Σλάβοι Αβαροι και Γερμανοί στη βόρεια περιοχή των Καρπαθίων

(δεύτερο μισό του 5ου – 8ος αιώνας μ.Χ.)

 

 

Εισαγωγή

Η περιοχή της Σλοβακίας, που είναι το θέμα αυτής της εισαγωγής, βρίσκεται στην κεντρική Ευρώπη και ορίζεται από τους ποταμούς Δούναβη στα νότια και Μοράβα στα δυτικά και από την οροσειρά των Καρπαθίων στα βόρεια και ανατολικά. Η ανθρώπινη εγκατάσταση σε αυτή την περιοχή εξαρτιόταν στο παρελθόν από διάφορους παράγοντες. Η πυκνότητα του πληθυσμού επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα των τοπικών φυσικών πόρων μεταξύ των οποίων το νερό φαίνεται ότι ήταν από τους πιο σημαντικούς. Περαιτέρω στοιχεία ήταν η ποιότητα του εδάφους, η ηλιοφάνεια, η κλίση των πλαγιών και οι πηγές νερού. Οι οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις σε μια συγκεκριμένη κοινωνία καθώς και η γενική γεωπολιτική κατάσταση προφανώς έπαιζαν πολύ σημαντικό ρόλο. Εκτός από αυτά η διαδικασία εγκατάστασης επηρεαζόταν σημαντικά από τη διαθεσιμότητα πρώτων υλών (σίδηρος, πέτρα και μη σιδηρούχα μέταλλα).

Ο πέμπτος και 6 ος αιώνας μ.Χ. στην περιοχή του Μέσου Δούναβη ήταν μια περίοδος πολιτισμικών και επίσης σίγουρα εθνολογικών αλλαγών. Ηταν η εποχή μετανάστευσης ολόκληρων εθνοτήτων καθώς και μετακίνησης ατόμων, στρατιωτών μισθοφόρων σε διάφορες κοινότητες και επίσης ήταν η περίοδος άνθισης του εμπορίου που ένωνε τη νότια Ευρώπη με το βορρά και τη Δύση με την Ανατολή. Οι μετακινήσεις και οι πόλεμοι φυλών και εθνοτήτων όπως και οι μετακινήσεις ατόμων καταγράφονται στις γραπτές πηγές, αλλά μπορούμε επίσης να αντλήσουμε πολλές πληροφορίες από τα αρχαιολογικά ευρήματα.

Σε αυτή την περίοδο πολλά νεκροταφεία με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και στοιχεία του υλικού πολιτισμού εγκαταλείπονται ενώ συγχρόνως εμφανίζονται νέα με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ομως υπάρχουν περιπτώσεις όπου χαρακτηριστικά στοιχεία της κάθε κοινότητας εμφανίζονται σταδιακά στο ίδιο νεκροταφείο. Η αναγνώριση κυμάτων μετανάστευσης αλλά επίσης και της διαδικασίας πολιτισμικής ένταξης και αφομοίωσης που σχετίζεται με πρόσωπα αλλά και ολόκληρες κοινότητες είναι δυνατή μέσα από την εμπεριστατωμένη μελέτη των αρχαιολογικών ευρημάτων και η περιοχή της Σλοβακίας παρουσιάζει πολλές δυνατότητες. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που η Σλοβακία συμμετείχε σε αυτό το σημαντικό πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

 

Ιστορικό πλαίσιο

 

5ος αιώνας μ.Χ.

Ανατολικά γερμανικά φύλα – Ούννοι - Αλανοί

Κατά τον 4 ο αιώνα ένα μεγάλο μέρος της Σλοβακίας κατοικούνταν κυρίως από γερμανικούς σουηβικούς πληθυσμούς, μόνο στο ανατολικό άκρο της χώρας ήταν πιθανώς εγκαταστημένοι Γερμανοί Βάνδαλοι. Η περιοχή βόρεια από τη βανδαλική εγκατάσταση (στη σημερινή βορειοανατολική Ουγγαρία) κατοικούνταν από Γερμανούς Γήπαιδες. Οι Βάνδαλοι μαζί με Σουήβους και Αλανούς κινήθηκαν προς τα δυτικά υπό την πίεση των νομάδων Ούννων στις αρχές του 5 ου αιώνα. Το Δεκέμβριο του 405 έφθασαν στον ποταμό Ρήνο και μετά το 409 ήρθαν στην Ισπανία. Η πρώην πατρίδα τους στη βορειοανατολική λεκάνη των Καρπαθίων κατοικήθηκε εν μέρει από Γήπαιδες. Τα γηπαιδικά ευρήματα σχεδόν απουσιάζουν στην ανατολική Σλοβακία, γι’αυτό το λόγο υποθέτουμε ότι η έξοδος των βανδαλικών, σουηβικών και αλανικών ομάδων δεν οδήγησε στην εκκένωση της περιοχής και ότι υπολείμματα του σουηβικού πληθυσμού επιβίωσαν εκεί.

Κατά τα πρώτα δύο τρίτα του 5 ου αιώνα το νότιο τμήμα της Σλοβακίας βρέθηκε στη σφαίρα επιρροής της ουννικής αυτοκρατορίας. Εχουν ανασκαφεί ως τώρα λιγοστοί οικισμοί από τα μέσα του 5 ου αιώνα.

Πιο συχνά είναι νεκροταφεία που χαρακτηρίζονται από μικρό αριθμό τάφων. Οι οικισμοί συγχωνεύθηκαν και σιγά σιγά μεταμορφώθηκαν σε εκτεταμένα οικιστικά σύνολα ιδιαίτερα στις κοιλάδες των ποταμών Νίτρα και Hron (δυτική και κεντρική Σλοβακία).

Τα σχετικά ευρήματα είναι νεκροταφεία ή μεμονωμένοι τάφοι στο Be š e ň ov , Č ataj , Kapu š any , Levice , Pr š a , Sikenica - Ve ľ k ý Pesek και Š arovce (νότια Σλοβακία) στα οποία πολυάριθμα χάλκινα, ασημένια και χρυσά κοσμήματα βρέθηκαν μαζί με ασημένιους και χάλκινους καθρέφτες, πολεμική εξάρτηση και όπλα. Το ταφικό έθιμο και τα κτερίσματα παραπέμπουν σε ομάδες ανατολικής νομαδικής προέλευσης (Ούννους ή ομάδες κάτω από ισχυρή νομαδική επίδραση – Σουήβοι; Οστρογότθοι;) – σε πολλές περιπτώσεις βρέθηκαν ταφές με άλογα και με τεχνητή παραμόρφωση του κρανίου του νεκρού. Πολλοί οικισμοί εξαφανίστηκαν ωστόσο νωρίς μέσα στο πρώτο μισό του 5 ου αιώνα. Η θέση Nitra - P á rovsk é H á je (δυτική Σλοβακία) είναι ένα καλό παράδειγμα, όπου παρά τις εκτεταμένες ανασκαφές δεν βρέθηκε οικισμός που να έχει συνέχεια στο δεύτερο μισό του 5 ου αιώνα. Από τα μέσα του 5 ου αιώνα έχουμε ένα μοναδικό θησαυρό που περιλαμβάνει χρυσά νομίσματα και βρέθηκε στη νότια Σλοβακία, στο χωριό B íň a . Το νεώτερο νόμισμα από τους χρυσούς σόλιδους που είχαν τοποθετηθεί σε ένα πήλινο αγγείο είχε κοπεί το 443. Αυτό το εύρημα μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος της πληρωμής των Ούννων από μέρους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Βυζάντιο).

Σε αυτή την περίοδο η κατοίκηση στο ορεινό βόρειο τμήμα της Σλοβακίας έγινε σταδιακά αραιότερη. Μετά τη διάλυση του βασιλείου των Σκίρων το 469 και του βασιλείου των Σαρματών το 472, το γηπαιδικό βασίλειο εξαπλώθηκε ως τις όχθες του Δούναβη στα δυτικά, φθάνοντας ως τα σύνορα της οστρογοτθικής Παννονίας (σημερινή δυτική Ουγγαρία). Ορισμένοι ερευνητές συνδέουν αυτό το γεγονός με την πίεση των Σλάβων από τα ανατολικά, αλλά έως τώρα δεν υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα που να στηρίζουν αυτή την υπόθεση.

Thiudim Στη συνέχεια, το 473, οι Οστρογότθοι με επικεφαλής τον βασιλιά τους, Θευδέμιρο, εγκατέλειψαν την Παννονία και κινήθηκαν προς τη βυζαντινή επαρχία της Μοισίας (μεταξύ του Δούναβη και των Βαλκανίων). Ο νεώτερος αδελφός του Vidimer με ένα μικρότερο τμήμα Οστρογότθων κινήθηκε μέσω του Νωρικού (ανατολική Αυστρία) και την Ιταλία στη νότια Γαλατία (Γαλλία) όπου ενώθηκε με τους Βησιγότθους. Το 488 ο κύριος όγκος των Οστρογότθων με επικεφαλής το γιο του Θευδέμιρου, Θεοδώριχο μετακινήθηκε από τη Μοισία στην Ιταλία. Την ίδια περίοδο οι Γερμανοί Ερουλοι άρχισαν σιγά σιγά να κυριαρχούν στην περιοχή του Μέσου Δούναβη.

Η σύγκριση των οικισμών του πρώτου και δεύτερου μισού του 5 ου αιώνα (ή των αρχών του 6 ου αιώνα) δείχνει μια σταδιακή αποσύνθεση, μια κυριολεκτική διάλυση της γερμανικής οικιστικής δομής.. Τμήματα οικισμών που χρονολογούνται σαφώς στο δεύτερο μισό του 5 ου αιώνα έχουν αποκαλυφθεί την τελευταία δεκαετία στο C í fer - P á c , Vinodol , και Zemianske Sady (νοτιοδυτική Σλοβακία).

Ευρήματα χαρακτηριστικά των γερμανικών φύλων χρονολογούμενα από το πρώτο μισό του 6 ου αιώνα είναι σπάνια βόρεια του Δούναβη. Από αυτή την περιοχή προέρχονται τα κράνη από το Dolné Semerovce των οποίων η εθνική ταυτότητα δεν είναι σαφής και πολλοί γερμανικοί τάφοι από το νεκροταφείο στο Tesárske Mlyňany (νοτιοδυτική Σλοβακία).

 

6ος – 8ος αιώνας μ.Χ.

Λογγοβάρδοι – Σλάβοι - Αβαροι

Στην αρχή του 6 ου αιώνα οι Λογγοβάρδοι που νίκησαν τους Ερουλους, κατέλαβαν την περιοχή της νότιας Μοραβίας (ανατολική δημοκρατία της Τσεχίας), ένα τμήμα της βόρειας Αυστρίας, τη βόρεια Παννονία (βορειοδυτική Ουγγαρία) και το δυτικότερο άκρο της Σλοβακίας. Ετσι είναι φανερό ότι δεν κατέλαβαν την αρχική πατρίδα των Σουήβων που είχε κατοικηθεί τον 5 ο αιώνα από γερμανο-ουννικό πληθυσμό.

Το πρώτο μισό ή τα δύο τρίτα του 6 ου αιώνα στη λεκάνη των Καρπαθίων χαρακτηρίζονται κυρίως από τις συγκρούσεις μεταξύ Γηπαίδων και Λογγοβάρδων. Το 550, μετά από πολλές ένοπλες συγκρούσεις ήρθαν σε ανακωχή, η οποία δεν κράτησε πολύ. Αυτοί οι πόλεμοι κορυφώθηκαν το 567. Οταν φάνηκε ότι η τελική νίκη θα ήταν των Γηπαίδων ο λογγοβάρδος βασιλιάς Αλβοϊνός σύναψε συμμαχία με τους νομάδες Αβαρους και με τη βοήθειά τους νίκησε τους Γήπαιδες. Κατ’αυτόν τον τρόπο οι Αβαροι απόκτησαν υπερβολική δύναμη και έτσι το 568 ο Αλβοϊνός μαζί με το λαό του εγκατέλειψαν τον αρχικό τόπο εγκατάστασής τους και μετακινήθηκαν στην Ιταλία. Οι ανατολικοί νομάδες Αβαροι που το 567 είχαν εγκατασταθεί στην κοιλάδα του ποταμού Tisza (ανατολική Ουγγαρία), μετά την αναχώρηση των Λογγοβάρδων κατέλαβαν επίσης και τα παννονικά εδάφη τους (δυτική Ουγγαρία) και έγιναν μια από τις αποφασιστικές δυνάμεις στη λεκάνη των Καρπαθίων, όπου παρέμειναν πάνω από δύο αιώνες.

Για πολλές δεκαετίες η θεωρία σχετικά με την πλήρη αποχώρηση των Λογγοβάρδων (από την κεντρική Ευρώπη) έμοιαζε αδιαμφισβήτητη. Ωστόσο πολλές μελέτες έδειξαν σαφώς ότι η χρήση πολλών νεκροταφείων λογγοβαρδικού τύπου δεν σταματά το 568, αλλά ότι οι ενταφιασμοί συνεχίζονται και στις επόμενες δεκαετίες. Το νεκροταφείο στη Bratislava - Rusovce (δυτική Σλοβακία) χρησιμοποιούνταν χωρίς αμφιβολία μέχρι γύρω στο 600. Η διαπίστωση ότι οι Λογγοβάρδοι δεν εγκατέλειψαν ολοκληρωτικά την περιοχή της Παννονίας, αλλά λογγοβαρδικές εστίες παρέμειναν σε σημαντικές θέσεις περιλαμβάνοντας και μέλη του ανώτερου κοινωνικού στρώματος πιθανώς στην υπηρεσία των Αβάρων και που εντάχθηκαν στην αβαρική κοινωνία (προστασία σημείων-κλειδιών στο δυτικό σύνορο της αυτοκρατορίας;), είναι ένα από τα ενδιαφέροντα αποτελέσματα του παρόντος ερευνητικού προγράμματος.

Πληροφορίες σχετικά με την παρουσία των Σλάβων στην περιοχή του μέσου Δούναβη προέρχονται κυρίως από ιστορικές και αρχαιολογικές πηγές. Πρέπει να τονισθεί ότι και τα δυο είδη πηγών είναι ως ένα βαθμό περιορισμένα. Αναφορές σε μια εθνότητα που μπορεί να θεωρηθεί σλαβική απαντούν στους συγγραφείς της Αρχαιότητας από τον 1 ο αιώνα μ.Χ. Σε αυτές αποκαλούνται με διάφορα ονόματα: Ανται, Σκλαβηνοί, Βένετοι, αν και σε πολλές περιπτώσεις η σύνδεσή τους με τους Σλάβους είναι αμφισβητήσιμη.

Αυτές οι μαρτυρίες είναι πολύ ασαφείς, όπως και οι αναφορές στην αρχική τους κοιτίδα. Παρόλα αυτά η ανάλυση των πηγών αποδεικνύει χωρίς αμφιβολία ότι οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στις βόρειες περιοχές της λεκάνης των Καρπαθίων πριν το 568 και μπορούν να συνδεθούν με τους ιστορικούς Σκλαβηνούς.

Σχετικά με το ερώτημα της προέλευσης των Σλάβων που κατοικούσαν στο μέσο Δούναβη εμφανίσθηκαν δύο ομάδες ερευνητών που υποστηρίζουν διαμετρικά αντίθετες απόψεις. Οι υποστηριχτές της θεωρίας της αυτοχθονίας (μικρότερη ομάδα ερευνητών) υποθέτουν την παρουσία των προγόνων των Σλάβων στην περιοχή αυτή από τους προϊστορικούς χρόνους (συνήθως από τη νεολιθική εποχή) ή από την Αρχαιότητα. Στην πραγματικότητα λίγα στοιχεία στηρίζουν αυτή την άποψη. Οι υποστηρικτές της θεωρίας της μετανάστευσης (η πλειοψηφία των μελετητών) πιστεύουν ότι οι Σλάβοι έφθασαν στην περιοχή του μέσου Δούναβη προς το τέλος της Ρωμαϊκής εποχής, κατά τη διάρκεια της εποχής Μετανάστευσης των Λαών ή κατά τον Πρώιμο Μεσαίωνα. Μεταξύ των επιχειρημάτων που υποστηρίζουν τη θεωρία της μετανάστευσης είναι πρώτα από όλα το γεγονός ότι η σύγχρονη έρευνα δεν κατέγραψε καμία συνέχεια ως τώρα μεταξύ των προϊστορικών και των πρώιμων μεσαιωνικών θέσεων. Βεβαίως δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα ότι μικρές ομάδες πληθυσμού κατοικούσαν σε αυτές τις περιοχές συνεχώς. Αυτές όμως δεν έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην ιστορία κατοίκησης της χώρας και παραμένουν απαρατήρητες στο αρχαιολογικό υλικό.

Η σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα δεν μπόρεσε να καταδείξει την παρουσία των Σλάβων τον 5 ο αιώνα. Αντίθετα υποθέτουμε ότι οι Σλάβοι έφθασαν εδώ κάποια στιγμή μέσα στο πρώτο μισό του 6 ου αιώνα. Το πρώτο κύμα εποίκων πιθανώς κατέλαβε την κοιλάδα του ποταμού V á h (δυτική Σλοβακία). Οι πιο σημαντικές θέσεις είναι οι Ž ilina , Potvorice , Beckov και Tren čí n . Μετά η σλαβική εποίκηση εξαπλώθηκε προς τα ανατολικά στους ποταμούς Nitra και Hron , όπου ομάδες γερμανο-ουννικού πληθυσμού είχαν επιζήσει για πολύ καιρό. Εως τα μέσα του 6 ου αιώνα οι Σλάβοι ζούσαν . Γειτνίαζαν με τους λογγοβαρδικούς οικισμούς μόνο στην περιοχή της Bratislava και Z á horie (κοντά στα αυστριακά σύνορα). Προς τα ανατολικά διατηρούσαν ένα είδος νεκρής ζώνης μεταξύ αυτών και του Δούναβη, που ήταν 20-30 χιλιόμετρα πλατιά και που θα παρέμενε ανέπαφη ακόμη και όταν οι Αβαροι έφθασαν στη λεκάνη των Καρπαθίων γύρω στα μέσα του 7 ου αιώνα. Η υπόθεση ότι οι Σλάβοι κατά τη διάρκεια της μετανάστευσής τους σε μια νέα πατρίδα δεν είχαν άξιες λόγου επαφές με τον πληθυσμό που προηγήθηκε, υποστηρίζεται από το γεγονός ότι στον σλαβικό υλικό πολιτισμό ουσιαστικά απουσιάζουν τα κατάλοιπα των προηγούμενων κατοίκων του μέσου Δούναβη.

Οπως αναφέρθηκε παραπάνω οι Αβαροι έγιναν αφέντες της κεντρικής περιοχής της λεκάνης των Καρπαθίων το 568. Σε αυτή την περίοδο οι πιο βόρειοι οικισμοί τους έφθαναν στο Δούναβη, έτσι ώστε στη Σλοβακία σπάνια καταγράφονται αβαρικά ευρήματα από το δεύτερο μισό του 6 ου και πρώιμου 7 ου αιώνα και μόνο σε θέσεις στις όχθες του Δούναβη ή πολύ κοντά στον ποταμό. Οι Αβαροι πιθανώς σεβάστηκαν την ακατοίκητη ζώνη που τους χώριζε από το σλαβικό κόσμο βόρεια του Δούναβη.

Στα τέλη του 6 ου αιώνα το λεγόμενο δεύτερο κύμα εποίκων, στο οποίο σλαβικά φύλα μετακινήθηκαν μαζί με Αβάρους, διέσχισε τη λεκάνη του Δούναβη. Αυτό ήταν ένα κύμα μεταναστεύσεων από τα ανατολικά, κατέλαβε τα Βαλκάνια και στη συνέχεια επηρέασε τις εξελίξεις στη λεκάνη των Καρπαθίων. Η πορεία τους κατευθυνόταν ανατολικά του τόξου των Καρπαθίων μέσω της Μολδαβίας προς το Δούναβη. Η πορεία προς τα δυτικά συνεχίστηκε μετά την πτώση του Σιρμίου (η πρωτεύουσα της Παννονίας, στη σημερινή βόρεια Σερβία) το 582 μαζί με εισβολές Λογγοβάρδων και Αβάρων. Οι επαφές του Αβαρικού Χαγανάτου με Σλάβους εποίκους πριν τα μέσα του 7 ου αιώνα πραγματοποιήθηκαν πιθανώς στην περιοχή νότια και νοτιοδυτικά της Σλοβακίας.

Ενα σημαντικό φαινόμενο του Πρώιμου Μεσαίωνα είναι η άνοδος, εξέλιξη και κατάρρευση της σλαβικής αυτοκρατορίας ( sic ) του Φράγκου εμπόρου Samo (623-658). Ο M . Ku č era συνόψισε το 1979 δέκα διαφορετικές θεωρίες σχετικά με τη μυστηριώδη αυτή αυτοκρατορία και συγχρόνως αναβίωσε τη θεωρία που τοποθετεί το μυθικό παλάτι του Samo , Vogastisburg , στην περιοχή της Βιέννης ή στις πύλες της Bratislava (τα βαθύπεδα μεταξύ Βιέννης και Bratislava ). Είναι φανερό ότι η αυτοκρατορία του Samo ιδρύθηκε κάπου στη ζώνη έντονων επαφών μεταξύ Σλάβων και Αβάρων.

Η ακατοίκητη ζώνη βόρεια του Δούναβη υποδεικνύει ότι η ζώνη επαφών δεν ήταν η νοτιοδυτική Σλοβακία. Οι μόνες πιθανότητες μέσα στη Σλοβακία θα μπορούσαν να είναι οι περιοχές της Bratislava και Z á horie (αυστριακά σύνορα). Οι πολεμικοί στόχοι του Αβαρικού Χαγανάτου στο πρώτο μισό του 7 ου αιώνα φαίνεται ότι κατευθύνονταν περισσότερο προς τα δυτικά κατά μήκος του Δούναβη, προς τον πλουσιότερο δυτικό κόσμο. Ετσι υποθέτουμε ότι πρέπει να εντοπίσουμε το κέντρο της αυτοκρατορίας του Samo στο Burgenland , την Κάτω Αυστρία , το Z á horie και τη Μοραβία, τη βορειανατολική Αυστρία, δυτική Σλοβακία, ανατολική Δημοκρατία της Τσεχίας. Η σημερινή νοτιοδυτική Σλοβακία μπορεί να ενώθηκε με την αυτοκρατορία αργότερα.

Στο δεύτερο μισό του 7 ου αιώνα μπορούμε να παρατηρήσουμε με σαφήνεια και λεπτομέρεια την διείσδυση της αβαρικής κατοίκησης βόρεια του Δούναβη. Εδώ δημιουργήθηκε μια ενδιαφέρουσα κατάσταση, όταν βήμα προς βήμα εξαφανίστηκαν οι διαφορές μεταξύ του αβαρικού και σλαβικού κόσμου (κυρίως στον υλικό πολιτισμό) μέσα από μια διαδικασία αμοιβαίας πολιτισμικής αφομοίωσης. Εν γένει δεν υπάρχει τρόπος να καθορίσουμε την εθνική ταυτότητα των κατοίκων μέσα από τα αρχαιολογικά ευρήματα. Μπορούμε μόνο να ορίσουμε τα σύνορα της πολιτικής και πολιτισμικής επιρροής του Αβαρικού Χαγανάτου. Η πρώην έρημη ζώνη γέμισε με οικισμούς που συνοδεύονται από νεκροταφεία ενταφιασμών που συνήθως συνδέονται με τους Αβάρους. Πέρα από αυτή τη ζώνη το σχετικά ανοικτό δίκτυο των υπαρχόντων σλαβικών οικισμών δεν πειράχθηκε και η αβαρική δειείσδυση φαίνεται ότι δεν ήταν καταστροφικής φύσης. Κατ’αυτόν τον τρόπο η νοτιοανατολική και μέρος της νοτιοδυτικής Σλοβακίας έγινε μέρος του Αβαρικού Χαγανάτου ως το τέλος του 8 ου αιώνα. Βόρεια από αυτές τις περιοχές η σλαβική εγκατάσταση συνεχίστηκε.

To φθινόπωρο του 791 ο Καρλομάγνος οδήγησε το στρατό του κατά μήκος του Δούναβη για να πολεμήσει εναντίον των Αβάρων. Πέντε χρόνια αργότερα ο γιος του Πιπίνος κατέστρεψε ολοκληρωτικά την αβαρική εξουσία στο μέσο Δούναβη. Σε αυτή την περίοδο που ήταν γεμάτη από στρατιωτικές συγκρούσεις μεταξύ του αβαρικού και του φραγκικού κόσμου, ο πληθυσμός ζούσε σε συνεχή ανασφάλεια. Αυτό μαρτυρείται και από τους θησαυρούς που βρέθηκαν, στους οποίους έκρυψαν πολύτιμα αντικείμενα, γεωργικά εργαλεία, οπλισμό και κοσμήματα.

 

Υλικός Πολιτισμός

Ενας από τους στόχους του προγράμματος ήταν η ταύτιση διαφόρων εθνοτήτων και οι αλληλεπιδράσεις που υπέστησαν μέσα από τη μελέτη του υλικού πολιτισμού τους, τα ταφικά έθιμα και τον τρόπο ζωής και κατοίκησης.

Το να συνδέουμε άμεσα μέσω του αρχαιολογικού υλικού τον υλικό πολιτισμό ενός λαού και τα διάφορα έθιμα με συγκεκριμένες εθνικές ομάδες είναι αρκετά προβληματικό. Κατά βάση, μπορεί να πει κανείς ότι ένας νεοφερμένος πληθυσμός μπορεί να αναγνωριστεί με σαφήνεια αμέσως μετά την άφιξή του σε μια συγκεκριμένη περιοχή.

Μπορούμε να ορίσουμε με αρκετή σαφήνεια τον πολιτισμό της φθίνουσας γερμανικής εγκατάστασης στο δεύτερο μισό του 5 ου ή στις αρχές του 6 ου αιώνα (νεκροταφεία με σκελετικές ταφές, χαρακτηριστικά κοσμήματα και κεραμεική). Είναι ωστόσο πολύ δύσκολο να συνδέσουμε αυτά τα ευρήματα με συγκεκριμένα φύλα. Διαφορετική είναι η περίπτωση της ταύτισης της λογγοβαρδικής εγκατάστασης στην περιοχή των δυτικών συνόρων της Σλοβακίας κατά το πρώτο και περιστασιακά στο δεύτερο μισό του 6 ου αιώνα (περίτεχνες πόρπες και άλλα κοσμήματα, όπλα κλπ).

Πολύ εύκολα αναγνωρίσιμο είναι το πιο πρώιμο κύμα σλαβικής εποίκησης του 6 ου αιώνα, που χαρακτηρίζεται από κεραμεική του τύπου Πράγας, ημιυπόγειες καλύβες με λίθινη εστία σε μια γωνία και ταφές καύσεων. Αυτά τα χαρακτηριστικά διαφέρουν εντελώς από αυτά των προηγούμενων κατοίκων. Παρόλα αυτά υπάρχουν προβλήματα όταν πρόκειται για την ακριβή χρονολόγηση των μετακινήσεων αυτών των Σλαβικών ομάδων.

Στον υλικό πολιτισμό του Πρώιμου Μεσαίωνα τα αρχαιολογικά κατάλοιπα των νομαδικών αβαρικών κοινοτήτων μπορούν επίσης να ορισθούν με σαφήνεια. Από τα μέσα του 7 ου αιώνα ο αβαρικός και σλαβικός κόσμος πλησίαζαν ο ένας τον άλλο και συγχωνεύθηκαν στις νότιες περιοχές της Σλοβακίας. Σε αυτήν την περίοδο αυτές οι περιοχές, που περιλάμβαναν τμήματα σλαβικής εγκατάστασης, περιήλθαν στην άμεση πολιτική εξουσία των Αβάρων. Αν και τα υλικά κατάλοιπα από τα νεκροταφεία περιλαμβάνουν «αβαρικά» αντικείμενα, είναι ακόμη δύσκολο ή ακόμη και αδύνατο να καθορίσουμε με βεβαιότητα την εθνική ταυτότητα των κατόχων τους. Η συγχώνευση – ένταξη ή αφομοίωση – των δύο πληθυσμιακών ομάδων μπορεί να παρατηρηθεί ακόμη πιο έντονα στους οικισμούς όπου σε αντίθεση με τα νεκροταφεία τα στοιχεία σλαβικού χαρακτήρα (κεραμεική, ημιυπόγειες κατοικίες και κατασκευή των σπιτιών) υπερισχύουν, αλλά και πάλι είναι δύσκολο να καθορίσει κανείς ποια εθνική ομάδα τα χρησιμοποίησε πρώτα. Επιπλέον τα ευρήματα από τους οικισμούς είναι σχεδόν ταυτόσημα με αυτά που βρέθηκαν στις σλαβικές περιοχές βόρεια του Αβαρικού Χαγανάτου. Αυτό υπονοεί ότι και οι δύο εθνικές ομάδες υιοθέτησαν σταδιακά την αβαρική ενδυμασία και την αβαρική διακόσμηση της ιπποσκευής, αλλά επίσης ότι και οι δυο ομάδες άρχισαν να χρησιμοποιούν το σλαβικό τρόπο κατασκευής κατοικιών και πιθανόν τις σλαβικές ασχολίες (γεωργία).

Τα νεκροταφεία είναι σε αυτήν την περίπτωση ένα ενδιαφέρον φαινόμενο. Στο Αβαρικό Χαγανάτο ο ενταφιασμός ήταν το χαρακτηριστικό στοιχείο, ενώ για τις σλαβικές περιοχές οι ταφές καύσεων. Στο σημείο επαφής αυτών των δύο κόσμων εμφανίζονται μεικτά ταφικά έθιμα από τα μέσα του 7 ου αιώνα και στις περιοχές της βόρειας Σλοβακίας μπορούμε να δούμε σκελετικές ταφές που συχνά συνοδεύονται από ταφές σε τύμβους.

Το ερώτημα εάν αυτή η επίδραση ήταν άμεση (μετανάστευση πληθυσμών) ή μια ιδεολογία που προερχόταν από το Αβαρικό Χαγανάτο ή ακόμη εάν προερχόταν από κάποιου άλλου είδους διαδικασία, δεν μπορεί ακόμη να απαντηθεί με βεβαιότητα. Επιπλέον στην ανατολική Σλοβακία όπως και σε μερικές περιοχές της ανατολικής Ευρώπης δεν είναι γνωστά ακόμη νεκροταφεία.

Ενα παρόμοια σύνθετο πρόβλημα είναι αυτό της ταύτισης ατόμων που ταξιδεύουν ξένων σε συγκεκριμένο περιβάλλον. Ισως μπορούμε να εξηγήσουμε τις σποραδικές ταφές καύσεων σε μεγάλα αβαρικά νεκροταφεία (π.χ. στο Ž elovce ) ως τάφους ανθρώπων από τη σλαβική περιοχή που για διάφορους λόγους (π.χ. συζύγους ή τεχνίτες) εγκαταστάθηκαν στον αβαρικό κόσμο. Η παραμονή ξένων στη σλοβακική επικράτεια έχει καταγραφεί μόνο σποραδικά. Το καλύτερο παράδειγμα είναι ένας θησαυρός ασημένιων κοσμημάτων και νομισμάτων στο Zemiansky Vrbovok τον οποίο πιθανότατα έκρυψε στη γη ένας Βυζαντινός έμπορος ή τεχνίτης.

Στις αρχαιολογικές θέσεις στο Αβαρικό Χαγανάτο, αλλά και βόρεια από αυτό στην περιοχή κάτω από σλαβική πολιτική εξουσία, ήρθαν στο φως πολλά ευρήματα λεγόμενης «δυτικής» προέλευσης , που δείχνουν φραγκική και καρολίγγεια επίδραση. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι εισηγμένα, αλλά τα περισσότερα είναι προϊόντα τοπικών εργαστηρίων που κατασκευάστηκαν σύμφωνα με «δυτικό» ντιζάιν. Από τα τέλη του 8 ου αιώνα υπάρχουν ενδείξεις για επιρροές από τους Βίκινγκς. Αυτά τα δυτικά αντικείμενα είναι κυρίως όπλα, γεγονός που υποδεικνύει ότι οι ντόπιοι υιοθέτησαν δυτικοευρωπαϊκούς συρμούς ιδιαίτερα στον στρατιωτικό τομέα. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την άμεση παρουσία φραγκικών στρατιωτικών ομάδων. Σε κάθε περίπτωση τέτοιου είδους μετακινήσεις μαρτυρούνται στις γραπτές πηγές που αναφέρουν το Φράγκο έμπορο Samo και την αυτοκρατορία του που ακόμη δεν μπορεί να εντοπισθεί. Είναι πιθανό ότι αυτή η αυτοκρατορία περιλάμβανε τουλάχιστον το δυτικό σύνορο της σημερινής Σλοβακίας.

 

Η ομάδα:

Δρ . Matej Ruttkay, CSc. – Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Σλοβακικής Ακαδημίας Επιστημών , Nitra

Mgr . M á rio Bielich – Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Σλοβακικής Ακαδημίας Επιστημών

Mgr . Jozef Ď uri š – Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Σλοβακικής Ακαδημίας Επιστημών

Δρ.. Jaroslava Ruttkayov á – Μουσείο της Nitra

Δρ. Jaroslava Schmidtová – Μουσείο της πόλης της Bratislava

 

Ερευνα