Πειραιάς: Κάνθαρος - Ζέα - Μουνιχία

 

 

Τοπογραφία

Ο Πειραιάς βρίσκεται στο βόρειο τμήμα των δυτικών ακτών του νομού Αττικής εντός του Σαρωνικού κόλπου. Οι μαρτυρίες αρχαίων γεωγράφων και ιστορικών όπως ο Στράβωνας (1.58) ο Σουΐδας και ο Αρποκρατίονας επιβεβαιώνουν την γεωλογική ιστορία της περιοχής, σύμφωνα με την οποία, ο Πειραιάς ήταν νησί πριν από την τεταρτογενή γεωλογική περίοδο, οπότε οι προσχώσεις του ποταμού Κηφισού και άλλων χειμάρρων της Αττικής, οδήγησαν στη δημιουργία της ακτής που ένωσε τον Πειραιά με χερσόνησο της Αττικής καθώς και τη δημιουργία του Αλίπεδου (ελώδους εκτάσεως που κάλυπτε μεγάλο τμήμα της περιοχής, και την έκανε δύσβατη) (Πανάγος 1968, σ.65).

Κατά τους κλασικούς χρόνους η γεωμορφολογία των παραλίων της Αττικής, μήκους 24 μιλίων, ήταν ευνοϊκή για τον ελλιμενισμό των πλοίων της εποχής σε πολλά σημεία κατά μήκος της ακτογραμμής, με αποτέλεσμα την λειτουργία πολλών μικρών λιμανιών (fig.1 ).

Η επιλογή του Πειραιά για τη διαμόρφωση του επινείου της Αθήνας έγινε κατά τους αρχαίους χρόνους, όπως και στη σύγχρονη εποχή (1834) λόγω της προστασίας που προσφέρει η θέση του, της γεωμορφολογίας των τριών φυσικών λιμένων που των αποτελούν και της γειτνίασης με την Αθήνα.

Ο κεντρικός λιμένας του Πειραιά ο Κάνθαρος βρίσκεται στη δυτική πλευρά της χερσονήσου και είναι ένα απόλυτα προστατευμένο φυσικό λιμάνι (fig.2).Στην ανατολική πλευρά της Πειραϊκής χερσονήσου και εκατέρωθεν του λόφου Μουνιχίας διαμορφώνονται οι λιμένες Ζέας και Μουνιχίας. Ανατολικότερα ο κόλπος του Φαλήρου λειτουργούσε ως βασικός λιμένας των Αθηναίων πριν από την ίδρυση του Πειραιά.

 

Ιστορική Πορεία

Η μόνη περιοχή του Πειραιά από την οποία υπάρχουν τεκμήρια κατοίκησης από τις αρχές της αττικής προϊστορίας (τα πρώτα ευρήματα είναι νεολιθικά όστρακα), είναι το ιερό της Μουνιχίας Αρτέμιδος στη δυτική άκρη του ομώνυμου λιμανιού (Σταϊνχάουερ 2000, 10-13).

Η κατοίκηση του Πειραιά ουσιαστικά ξεκίνησε με την υποκίνηση του Αθηναϊκού δήμου από το Θεμιστοκλή για τη δημιουργία και οχύρωση του επινείου της Αθήνας το 479 π.Χ.

Πρώτος εκείνος, όταν έγινε άρχων το 493/92 π.Χ., έστρεψε το ενδιαφέρον των Αθηναίων προς τη θάλασσα, επισήμανε την εξαιρετική θέση του Πειραιά, ναυπήγησε ισχυρό εμπορικό και πολεμικό στόλο και σε μικρό χρονικό διάστημα, οχύρωσε την πόλη και τους φυσικούς λιμένες της. Τα οχυρωματικά έργα για την σύνδεση του επινείου με την Αθήνα συνεχίστηκαν από τον Κίμωνα που θέλησε να ολοκληρώσει το σχέδιο του Θεμιστοκλή κτίζοντας τα δύο Μακρά τείχη, το Φαληρικό τείχος και το Βόρειο τείχος και αργότερα (445 π.Χ.) από τον Περικλή, που έκτισε το Νότιο (ή μεσαίο) τείχος ανάμεσα στο Φαληρικό και το Βόρειο τείχος.

Ο Περικλής ήταν εκείνος που ανέθεσε την σύνταξη σχεδίου για την πόλη του Πειραιά στον περίφημο αρχιτέκτονα της εποχής Ιππόδαμο από τη Μίλητο. Με δεδομένες τις λιμενικές εγκαταστάσεις που είχαν σχεδιαστεί και κατασκευαστεί νωρίτερα, ο σχεδιασμός της πόλης έγινε σε μία αδόμητη, αλλά καλά οχυρωμένη περιοχή, που έμελλε να αποτελέσει το λιμενικό εμπορικό κέντρο της Μεσογείου και το ναυτικό στρατηγείο της Αθήνας. Σχεδιάστηκε σε άμεση σχέση με το «άστυ» με γενεσιουργά στοιχεία της δομής της τη γεωμορφολογία των τριών φυσικών λιμένων της και την διαγώνια χάραξη των Μακρών Τειχών που υλοποιούσαν στο αττικό τοπίο, το δίπολο «άστυ- επίνειο» κατά την εποχή ακμής της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.

Κατά τον 3ο π. Χ. αιώνα εγκαταστάθηκε στη Μουνιχία η μακεδονική φρουρά και ο Πειραιάς αποτέλεσε ένα από τα ισχυρά οχυρά στα οποία στηρίχθηκε η μακεδονική κυριαρχία στην Ελλάδα. (Σταϊνχάουερ, 2000, 30).

Κατά τη μακεδονική κατοχή του Πειραιά λειτουργούν κυρίως οι ναύσταθμοι ενώ η πόλη οδηγείται σε μαρασμό. Μετά την απελευθέρωση του λιμανιού το 229 π.Χ. η σχέση «άστεως-επινείου» δεν αποκαταστάθηκε παρά μόνο κατά τους νεώτερους χρόνους.

Πριν τους ρωμαϊκούς χρόνους το λιμάνι χρησιμοποιήθηκε για λίγο αποκομμένο από την Αθήνα ενώ στην αρχή των κυρίως ρωμαϊκών χρόνων καταστράφηκε (86π. Χ.) από το Σύλλα μετά από μακρόχρονη πολιορκία. Η ολοκληρωτική καταστροφή των οχυρώσεων και των λιμενικών εγκαταστάσεων του Πειραιά είχε ως αποτέλεσμα να μην προσφέρει πλέον το λιμάνι καμία ασφάλεια για τους ναυτιλλομένους και εμπόρους και να οδηγηθεί στην ερήμωση.

Από τα λείψανα των οχυρώσεων και των λιμενικών εγκαταστάσεων και κτηρίων του αρχαίου λιμένος ελάχιστα έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα. Επί σειρά ετών άλλωστε, ο Πειραιάς αποτελούσε κέντρο εμπορίας άσβεστου η οποία κατασκευαζόταν σε καμίνια με χρήση αρχαίων αρχιτεκτονικών μελών από τον κατεστραμμένο λιμένα (Αγγελόπουλος 1898, 43).

Η ανύψωση της στάθμης της θάλασσας είχε καλύψει ήδη από το τέλος της αρχαιότητας, μεγάλο μέρος από τις αρχαίες λιμενικές εγκαταστάσεις καθώς και μεταγενέστερες, υστερορωμαϊκές προβλήτες που ήταν ακόμη ορατές κάτω από την επιφάνειά της στις αρχές του 19ου αιώνα.

Ο σχεδιασμός της σύγχρονης πόλεως και του λιμένα του Πειραιά έγινε μετά την ανακήρυξη της Αθήνας ως Πρωτεύουσας του νέου ελληνικού κράτους το 1834, από τους Κλεάνθη και Schaubert ακολουθώντας και πάλι το ιππποδάμειο σύστημα .Η εξέλιξη του Πειραιά στο κυριότερο επιβατικό και εμπορικό λιμάνι της χώρας, η εγκατάσταση μεγάλων βιομηχανικών μονάδων και νέων λιμενικών εγκαταστάσεων κατά μήκος της σύγχρονης ακτογραμμής, ο βομβαρδισμός του λιμανιού του Πειραιά κατά το ΙΙ Παγκόσμιο Πόλεμο, και τέλος η νέα ανεξέλεγκτη ανοικοδόμηση της πόλης, οδήγησαν στον αφανισμό, σχεδόν, του πιο εξελιγμένου λιμενικού και αστικού κέντρου της Κλασικής Ελλάδας.

 

Έρευνες

Η έρευνα της πόλης-λιμανιού του Πειραιά ξεκίνησε στις αρχές του 19ου αιώνα από τους ξένους περιηγητές και χαρτογράφους ( E. Dodwell 1801-1806, W. M. Leake 1821), ερευνητές όπως o E. Curtius (1841), ο H. N. Ulrichs (1843) και τοπογράφους όπως ο C. Von Strantz (1861), ενώ συστηματική αποτύπωση των ορατών αρχαίων λειψάνων και μια πολύ σημαντική αποκατάσταση της αρχαίας πόλης έγινε από τους E. Curtius –A. Kaupert με τη συνεργασία του τοπογράφου G. v. Alten, με τη σύνταξη των Χαρτών της Αττικής (fig.3) και το συνοδευτικό κείμενο του A. Milchhοfer (Curtius E. – Kaupert J. A. 1881).

Τα περισσότερα από τα στοιχεία που αποτυπώθηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα δεν υπάρχουν πια αφού εξαφανίστηκαν κάτω από νέα λιμενικά έργα και την κατασκευή σύγχρονου λιμένα του Πειραιά που έγινε με ταχύτατους ρυθμούς, χωρίς να επιτρέψει καν την πρόχειρη αποτύπωση των μνημείων.

Οι αρχαιολογικές έρευνες που έχουν γίνει στο λιμάνι του Πειραιά ξεκίνησαν κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου ανοικοδόμησης της σύγχρονης πόλης, ως σωστικές ανασκαφές, οι οποίες ακόμα και σήμερα αποτελούν τη μόνη οδό έρευνας στον πυκνοδομημένο ιστό της σύγχρονης πόλης και στις σκληρές επεμβάσεις που έχει υποστεί ο αρχαίος λιμενικός χώρος λόγω της εκβιομηχάνισης της χρήσης του.

Οι ανασκαφές που έγιναν κατά την πρώτη περίοδο ανοικοδόμησης της πόλης από το 1880 έως το 1920, από τον Δραγάτση, αποκάλυψαν στο χώρο του λιμανιού τους Νεώσοικους και από την αρχαία πόλη, το θέατρο της Ζέας, τη νότια στοά του Εμπορίου, το «Σηράγγειον» και τον οίκο των Διονυσιαστών (Σταϊνχάουερ 2000, 60). Η σημαντικότατη ανασκαφή μίας συστοιχίας 20 νεωσοίκων στην ανατολική πλευρά της Ζέας από τον Δραγάτση και η αποτύπωσή τους από τον Doerpfeld αποτέλεσαν την κύρια πηγή των γνώσεων που έχουμε για τη μορφή και τις διαστάσεις των νεωσοίκων, το μέγεθος των τριηρών και τον τρόπο καθέλκυσής τους. Από το σύνολο αυτό σήμερα σώζεται ένα μικρό τμήμα στο υπόγειο πολυκατοικίας (fig.4.)

Τα αποτελέσματα αυτής της περιόδου αρχαιολογικών ερευνών συγκεντρώθηκαν στο βιβλίο του W. Judeich, (Topographie von Athen, 1931).

Οι πιο πρόσφατες ανακαλύψεις της Σκευοθήκης του Φίλωνος στον πολεμικό λιμένα της Ζέας, της Μακράς Στοάς και των Νεωσοίκων της Μουνιχίας, καθώς και ένας μεγάλος αριθμός κατοικιών, δεξαμενών και λατομείων που έγιναν από το 1960 μέχρι περίπου το 1990 από την αρχαιολογική υπηρεσία συγκεντρώνονται στη δ. διατριβή του V. K. v. Eickstedt ( Beitrδge zur Topographie des antiken Piraeus, 1991).

 

Λιμενικές Εγκαταστάσεις

Α. Kεντρικός Λιμένας Κανθάρου

Ο κεντρικός λιμένας βρίσκεται στα ΒΔ της χερσονήσου του Πειραιά και αποτελεί το μεγαλύτερο φυσικό λιμάνι της Μεσογείου (fig.5). Η είσοδός του σχηματιζόταν από δύο βραχίονες πού εκτείνονταν από τις δύο πλευρές προς το κέντρο του κόλπου : την Ηετιώνεια ακτή βορειοδυτικά και την ακτή που εκτείνεται ανατολικά του ακρωτηρίου Αλκίμου στα νοτιοανατολικά. Η λιμενολεκάνη του κεντρικού λιμένα ονομαζόταν Κάνθαρος λόγω του σχήματός της που έμοιαζε με το αντίστοιχο αγγείο.

Α. Λιμενολεκάνες

Η λιμενολεκάνη του Κανθάρου όπως αποτυπώθηκε στα σχέδια των πρώτων ερευνητών, είχε το σχήμα ακανόνιστου τετραπλεύρου, λίγο μικρότερου από το σύγχρονο λιμάνι διαστάσεων περίπου 1000x750 m. Γύρω από τη λιμενολεκάνη διατάσσονταν - ξεκινώντας από δυτικά και κινούμενοι δεξιόστροφα - εντός των τοιχών και κατά μήκος της Ηετιώνιας ακτής, τα αθηναϊκά ναυπηγία. Βορειότερα, σχηματιζόταν εκτός των τειχών ελώδης περιοχή που χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο (όπως δείχνει ο σημαντικός αριθμός ταφικών στηλών και σαρκοφάγων, που προέρχονται από την εκβάθυνση της περιοχής για την κατασκευή του σύγχρονου προλιμένα) (Σταϊνχάουερ 2000, 79) και μέχρι πρόσφατα ταυτιζόταν με τον Κωφό λιμένα. Στη βορειοανατολική πλευρά της λιμενολεκάνης διαμορφωνόταν το εμπορικό λιμάνι του Πειραιά το «εμπόρειον», ενώ στο νότιο άκρο του Κανθάρου, στην ακτή Αλκίμου βρισκόταν ο ναύσταθμος του λιμένα. Ο «Κωφός» λιμένας βρισκόταν στη δυτική ακτή της Ηετωνίας χερσονήσου, στον σημερινό όρμο της Κρομμυδαρούς, ενώ έξω από το λιμάνι και πέρα από το βόρειο φάρο που έχει εντοπιστεί στην περιοχή των Λιπασμάτων, βρισκόταν ο λιμένας των Φωρών, όπου δεν υπήρχε κανενός είδους έλεγχος. (Σταϊνχάουερ 2000, 79).

Α. Λιμενοβραχίονες

Οι δύο φυσικοί βραχίονες συνεχίζονταν μέσα στην θάλασσα με την προέκταση των τειχών που περιτρέχουν την ακτογραμμή τους ώστε να σχηματίσουν μια στενή είσοδο. Η ανωδομή των μόλων ήταν κατασκευασμένη από ορθογωνικούς ογκόλιθους μήκους μεγαλύτερου από 3.30m οι οποίοι συγκρατούνταν στη θέση τους με τη βοήθεια συνδετήρων με μολυβδοχόηση (Shaw 1972, 90-91). Οι λιμενοβραχίονες κατασκευασμένοι από ακτίτη λίθο, είχαν μήκος 130 m ο καθένας αφήνοντας ένα άνοιγμα εισόδου 50m. Τα τείχη της πόλεως κατέληγαν στους δύο αυτούς μόλους και ενισχύονταν στα άκρα τους με μεγάλους τετραγωνικούς πύργους (Spon, 1676, 234) από τους οποίους κρεμόταν αλυσίδα για την προστασία του λιμανιού σε περίπτωση αιφνιδιασμού.

Α. Φάροι

Η ύπαρξη φάρων (κολόνες με φωτιά στην κορυφή τους) για τη σήμανση της εισόδου επιβεβαιώνεται από τα λείψανα που έχουν αναστηλωθεί σε δύο θέσεις της ακτής (Σταϊνχάουερ 2000, 79). (fig.6, 7). Ο ένας βόρεια στο σημερινό εργοστάσιο Λιπασμάτων και ο άλλος νότια, εντός του χώρου Ναυτικής Διοίκησης Αιγαίου, δίπλα στον περίβολο που ταυτίζεται με τον τάφο του Θεμιστοκλή.

Α. Νεώσοικοι

Στην ακτή Αλκίμου, νότια του Κανθάρου, βρισκόταν ο ναύσταθμος του λιμένα, αποτελούμενος από 96 νεώσοικους το 331 (IG II² 1627-1629 & 1631) σε σύνολο 372 σε όλο τον Πειραιά. Η περιοχή αυτή του κεντρικού λιμένος εξελίχθηκε σε πολεμική ναυτική ζώνη μετά τη Μουνιχία και τη Ζέα, όταν οι ανάγκες για πολεμικά πλοία πολλαπλασιάστηκαν.

Α. Διοικητικές Εγκαταστάσεις

Πίσω από τους νεώσοικους υπήρχαν ναυτικές διοικητικές εγκαταστάσεις και σκευοθήκες, ενώ ολόκληρη η περιοχή του ναυστάθμου κλεινόταν με περίβολο επιτρέποντας την είσοδο μόνο στους δημόσιους λειτουργούς και τους εργαζόμενους στα νεώρια.

Α. Προβλήτες – Αποβάθρες

Το εμπορικό λιμάνι του Πειραιά το ”εμπόρειον” (fig. 8) καταλάμβανε έναν ορθογωνικό χώρο 250m x 1000m (Mazarakis-Ainian Ph. ,1992, σ. 74), με το διαμήκη άξονά του παράλληλο προς την ακτογραμμή, διαμορφωμένο με προκυμαία από την οποία προεξείχαν ”κρηπίδαι” ή ”υποδοχαί”. Οι νηοδόχοι που σχηματίζονταν μεταξύ αυτών των υποδοχών, χρησίμευαν για την φορτοεκφόρτωση και την παραμονή των πλοίων. Ίχνη τους (Alten 1881, 11-15) υπήρχαν μέχρι το 1840, οπότε καταστράφηκαν για την κατασκευή του σύγχρονου λιμένα. Η θέση και οι διαστάσεις κάθε νηοδόχου ήταν ορισμένες στο χώρο της προκυμαίας με τη χρήση «όρων» που χρησιμοποιήθηκαν από τον Ιππόδαμο για το σχεδιασμό του Πειραιά (Mazarakis-Ainian Ph. 1992, 74).

Εντός της λιμενολεκάνης του εμπορικού λιμένα είναι γνωστή η ύπαρξη και η ονομασία τριών προβλητών για την ακριβή θέση των οποίων έχουν υποστηριχθεί διάφορες απόψεις από τους ιστορικούς τοπογράφους του Πειραιά (Mazarakis-Ainian Ph. 1992, σ. 75) ενώ έχει εκφραστεί και η άποψη ότι και οι τρεις ταυτίζονται με την ίδια κατασκευή (Πανάγος 1968, 218) : το ”Δια Μέσου Χώμα”, το ”Χώμα” και το ”Διάζευγμα” ( fig.5).

Το ”Δια Μέσου Χώμα” αποτελούσε πιθανόν την προβλήτα που είχε κατασκευαστεί για την ζεύξη των δύο πλευρών της ελώδους περιοχής. Το ”Χώμα” αποτελούσε αποβάθρα στο μυχό του λιμανιού (μπορεί ενδεχομένως να ταυτιστεί με τον μόλο που προεξέχει σήμερα της προκυμαίας στην περιοχή της πλατείας Καραϊσκάκη) και χρησίμευε για την επιθεώρηση του στόλου. Το ”Διάζευγμα” τέλος ενδεχόμενος να αποτελούσε διαχωριστικό στοιχείο της κεντρικής εμπορικής προκυμαίας.

Οι εκφορτώσεις γίνονταν σε διάφορα σημεία του εμπορικού λιμένα κατά κατηγορία εμπορευμάτων και ανάλογα προς τον προορισμό που αντιστοιχούσε σε κάθε στοά της προκυμαίας. Λόγω του μικρού μεγέθους τους τα πλοία μπορούσαν να πλευρίσουν στην προκυμαία για φόρτωση, ενώ για τα μεγάλα φορτία θα πρέπει να χρησιμοποιούνταν μηχανικά μέσα για τα οποία δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες.

Α. Αποθήκες – Εμπορικές Στοές

Εντός του χώρου του Εμπορείου θεωρείται ότι υπήρχαν πέντε στοές (Πανάγος 1968, 224) που χρησίμευαν για τις εμπορικές συναλλαγές και ως αποθηκευτικοί χώροι. Η θέση, η μορφή και ο αριθμός αυτών αμφισβητείται από τους ερευνητές του Πειραιά, ενώ τα νεώτερα ανασκαφικά δεδομένα διαμορφώνουν μια πληρέστερη εικόνα της διάρθρωσής τους (Σταϊνχάουερ 2000, 83-84). Μεταξύ αυτών η περίφημη ”Μακρά Στοά” που χτίστηκε κατά την εποχή του Περικλή και αποτελούσε τη αγορά σιτηρών και το ”Δείγμα”, το επιχειρησιακό κέντρο που χρησίμευε για την έκθεση δειγμάτων των εισαγόμενων εμπορευμάτων καθώς και ο χώρος στον οποίο ήταν εγκατεστημένες όλες οι τράπεζες. Η θέση της Μακράς Στοάς εντοπίζεται πλέον στο βόρειο άκρο του Εμπορείου (γωνία Ακτής Ποσειδώνος και οδού Γούναρη) ενώ η θέση του Δείγματος προσδιορίζεται στο κέντρο του Εμπορείου σύμφωνα με επιγραφή που βρέθηκε στο χώρο (Judeich 1931, 448).

Η ανεύρεση τμημάτων των θεμελιώσεων τριών από τις στοές του Εμπορείου (οδ. Νοταρά, οδ. Φίλωνος, ακτή Μιαούλη και οδ. Μπουμπουλίνας) επιτρέπουν σε κάποιο βαθμό την αποκατάσταση της μορφής της αρχαίας παραλίας (fig.9) σύμφωνα με την οποία (Σταϊνχάουερ 1995, 313), η διάταξη των στοών δεν ακολουθεί τον ιπποδάμειο ιστό της αρχαίας πόλης που περιβάλλει τον λιμένα (όπως είχε προταθεί από τους χάρτες των Kaupert- Milchhφfer (1889), Judeich (1930), Τραυλού (1969) και των Hoepfner-Schwander (1986, 1994). Οι αποκλίνοντες άξονες των τριών διαπιστωμένων στοών αποδεικνύουν ότι η πιστότερη απόδοση της αρχαίας ακτογραμμής δίνεται από τον ενετικό χάρτη του 1687. (Σοφού 1973, 246-58, πιν. 112-113).

Α. Οχυρώσεις

Η ημικυκλική διάταξη των στοών εκατέρωθεν του «Διαζεύγματος» και η προσαρμογή αυτής της διάταξης στον ιπποδάμειο ιστό της πόλης οδηγεί στην διαμόρφωση ενός περιβόλου γύρω από τον χώρο του Εμπορείου (Σταϊνχάουερ 2000, 91). Η ύπαρξη περιβόλου σημειώνεται στον χάρτη του Judeich (fig. 10) (μήκους 80m) και τμήματα θεμελίων αντίστοιχων τοίχων έχουν εντοπιστεί κοντά σε μία από τις στοές (Δραγάτση) και βορειότερα.

Β. Λιμένας Ζέας

Η Ζέα είναι το δεύτερο σε μέγεθος λιμάνι του Πειραιά και καλυπτόταν αποκλειστικά από τις εγκαταστάσεις του ναυστάθμου του αττικού στόλου. Η εξέλιξή του ενδεχομένως να προηγήθηκε των άλλων δύο λιμένων αφού παρείχε την καλύτερη φυσική προστασία για τον ελλιμενισμό των πλοίων. (fig. 11)

Ο σχεδιασμός του χώρου του λιμανιού προηγήθηκε της εγκατάστασής του με σκοπό να αντιμετωπίσει τις αυξημένες ανάγκες για άμεση ναυπήγηση των πλοίων που θα αποτελούσαν τον ισχυρό στόλο των Αθηναίων (493-492).

Β. Λιμενολεκάνες

Η λιμενολεκάνη της Ζέας είχε και κατά την αρχαιότητα σχήμα κυκλικό με διάμετρο 450m, και στη νότια πλευρά του υπήρχε ευρύχωρος προλιμένας, πλάτους 180m και μήκους 200m (Τραυλός 1972, 442-456).

Β. Λιμενοβραχίονες

Όπως και στο λιμένα του Κανθάρου, η είσοδος της λιμενολεκάνης διαμορφωνόταν με δυο λιμενοβραχίονες οι οποίοι συνδέονταν με το τείχος που περιέβαλλε την ακτή της χερσονήσου και ενισχυόταν στα άκρα τους με δύο μεγάλους τετραγωνικούς πύργους από όπου κρεμόταν η αλυσίδα που έκλεινε την είσοδο.

Β. Χώροι Ενδιαίτησης

Το χώρο του ναυστάθμου περιέβαλαν οι εργατικοί συνοικισμοί (με τους εργάτες που είχαν αναλάβει το βαρύ έργο της οικοδόμησης των τειχών και των λιμενικών εγκαταστάσεων του Πειραιά), στρατώνες, αποθήκες ναυπηγικών υλικών, σκευοθήκες, βιοτεχνικά εργαστήρια καθώς και χώροι διασκέδασης των πληρωμάτων (Πανάγος Χ. Θ.,1968 σ.237). Η βιομηχανική αυτή ζώνη γύρω από τον λιμένα της Ζέας αλλά και της Μουνιχίας δεν πρέπει να συμπεριλήφθηκε από τον Ιππόδαμο στον σχεδιασμό της πόλης που ακολούθησε την εγκατάσταση των ναυστάθμων.

Β. Οχυρώσεις

Η ναυτική ζώνη διαχωριζόταν από την υπόλοιπη πόλη με έναν περίβολο που διέτρεχε όλο το μήκος του σε απόσταση 50m από την ακτογραμμή και αποτελούσε τον κλειστό τοίχο της μικρής πλευράς των νεωσοίκων.

Β. Αποθήκες

Στα διαστήματα που μεσολαβούσαν ανάμεσα στις εκστρατείες και κατά τους χειμερινούς μήνες, τα εξαρτήματα των τριηρών φυλάσσονταν, τα μεν ξύλινα ( κουπιά, κατάρτια κ. λ. π. ) στους νεώσοικους, τα δε κρεμαστά σκεύη (πανιά, σκοινιά, κάβοι) σε ειδικά κτήρια από ξυλοκατασκευή, τις σκευοθήκες, η παρουσία των οποίων αναφέρεται από την εποχή ιδρύσεως του ναυστάθμου (αρχές 5ου αιώνα π. Χ. ).

Το 347/6 έγινε από τον Εύβουλο εισήγηση για την ανανέωση της αθηναϊκής ναυτικής δύναμης και την ανέγερση της νέας Σκευοθήκης που σχεδίασε ο αρχιτέκτων Φίλωνας και η κατασκευή της οποίας ολοκληρώθηκε την εποχή του Λυκούργου (Σταϊνχάουερ, Γ. Α.,2000, σ. 64)

Η ανεύρεση και μερική ανασκαφή της Σκευοθήκης του Φίλωνος έγινε κατά τα έτη 1988-89. (fig12.1) Η φήμη όμως του σημαντικού αυτού οικοδομήματος είχε προηγηθεί της ανεύρεσής, του λόγω της αναφοράς σε αυτό με θαυμασμό από τους Δημοσθένη, Πλούταρχο, Στράβωνα, Πλίνιο, Βαλ. Μάξιμο και Βιτρούβιο (Steinhauer G., 1996, σ. 471) καθώς και λόγω της ανεύρεσης 100 χρόνια νωρίτερα, μαρμάρινης επιγραφής ( IG II² 1668) με τη λεπτομερή περιγραφή της κατασκευής και χρήσης του κτηρίου από τον αρχιτέκτονα Φίλωνα που το σχεδίασε. Η επιγραφή, έκτασης 98 στίχων, επέτρεψε την πλήρη γραφική αποκατάσταση του οικοδομήματος, έτσι ώστε να θεωρείται από τα καλύτερα γνωστά, από κατασκευαστικής απόψεως, κτήρια. (fig12 )

Η Σκευοθήκη κτίστηκε ανάμεσα στην ιπποδάμειο αγορά και τους νεώσοικους του λιμανιού, στη ΒΔ πλευρά του μυχού της Ζέας και έχει κατεύθυνση από ΝΔ προς ΒΑ (fig11) προσανατολισμός που διευκολύνει τον αερισμό του εσωτερικού της χώρου, απαραίτητο στοιχείο κατά τον σχεδιασμό του κτηρίου σύμφωνα με το Φίλωνα.

Το οικοδόμημα είχε πλάτος 18m και μήκος 130m με διπλή είσοδο στις δύο στενές πλευρές και χωριζόταν μέσω δύο πεσσοστοιχιών σε τρία κλίτη. Το κεντρικό κλίτος, εκτεινόταν σε όλο το μήκος και ύψος του εσωτερικού χώρου, ενώ τα πλαϊνά κλίτη χωρισμένα σε 34 διαμερίσματα το καθένα, είχαν υπερώα με ξύλινα ράφια και χρησιμοποιούνταν ως αποθήκες.

Γ. Λιμένας Μουνιχίας

Ο λιμένας της Μουνιχίας είναι ο μικρότερος από τους τρεις κύριους λιμένες του Πειραιά προστατευμένος από τα βορειοδυτικά από τον λόφο της Μουνιχίαςκαι χρησιμοποιήταν ως πολεμικός ναύσταθμος.

Γ. Λιμενολεκάνες

Τόσο ο λόφος όσο και το λιμάνι της Μουνιχίας βρίσκονταν εντός των πειραϊκών τειχών τα οποία, όπως στον Κάνθαρο και τη Ζέα, στο στόμιο του λιμένα κατέληγαν σε δύο λιμενοβραχίονες οι οποίοι ενισχύονταν στο άκρο τους με τετραγωνικούς πύργους αφήνοντας ένα άνοιγμα 37m που κλεινόταν με αλυσίδα. (fig 13)

Η λιμενολεκάνη της Μουνιχίας είχε και κατά την αρχαιότητα σχήμα ελλειψοειδές και διαστάσεις 360m μήκος και 220m πλάτος (Τραυλός 1972, σ.450).

Γ. Λιμενοβραχίονες

Οι λιμενοβραχίονες (μόλοι) ήταν κατασκευασμένοι από ογκόλιθους μήκους μεγαλύτερου από 3. 30m, οι οποίοι συνδέονταν μεταξύ τους με μεταλλικούς συνδέσμους που καλύπτονταν με μολυβδοχόηση (Mazarakis-Ainian Ph., 1992, σ. 81).

Ο νοτιοδυτικός μόλος είχε μήκος 190m ενώ ο βορειοανατολικός μόλος είχε μήκος 95m και κατέληγε σε κυκλικό πύργο ο οποίος εδραζόταν σε τετραγωνική θεμελίωση πλάτους 12m. Στο μέσον του μήκους του σχηματιζόταν εσοχή πλάτους 1. 70m και μήκους 18m η οποία περιείχε κτίσμα διαστάσεων 8. 30x10. 15. με είσοδο προσανατολισμένη προς τη θάλασσα το οποίο θα μπορούσε να είναι ναός ή κάποιο είδος πρώιμης μορφής φάρου (Mazarakis-Ainian Ph., 1992, σ. 81). (fig. 14) Ένα τμήμα του ανατολικού μόλου διατηρείται σήμερα σε καλή κατάσταση (Eickstedt K.-V. von, 1991, σ. 80).

Δ. Γενικά

Δ. Νεώσοικοι Ζέας και Μουνιχίας 

”Οι νεώσοικοι είναι τα αρχαιότερα δημόσια κτήρια του Πειραιά. Κατά τον Πλάτωνα οι πρώτες μόνιμες εγκαταστάσεις οφείλονται ήδη στον Θεμιστοκλή” (Σταϊνχάουερ, Γ.Α. 2000, σ. 60). Σύμφωνα με διαγράμματα των επιμελητών των νεωρίων το σύνολο των νεωσοίκων στα τρία λιμάνια ήταν 378 από τους οποίους οι 83 βρίσκονταν στη Μουνιχία, οι 196 στη Ζέα και οι 94 στον Κάνθαρο.

Στη Ζέα οι νεώσοικοι ήταν μοιρασμένοι κατά μήκος της ακτής του λιμανιού, σε δύο ομάδες ανατολικά και δυτικά. Στο κέντρο του χώρου η κλίση του εδάφους δεν ευνοούσε την εγκατάστασή τους. Σε μία παραλία συνολικού μήκους 1120m ήταν συνεπώς εγκαταστημένοι 196 νεώσοικοι πλάτους 6. 50m, γεγονός που έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι μερικοί από αυτούς ήταν τοποθετημένοι σε δύο επάλληλες σειρές. Το γεγονός αυτό υποστηρίζεται και από την αποτύπωση των ιχνών τους στο χάρτη του Πειραιά από τον Kaupert (Curtius, E. – Kaupert, J. A. (1881). Από τους νεώσοικους της δυτικής πλευράς του λιμένα της Ζέας δεν σώζεται πλέον κανένα ίχνος ενώ από την ανατολική, διατηρείται ένα μικρό τμήμα σε υπόγειο χώρο πολυκατοικίας (γωνία Ακτής Μουτσοπούλου και οδού Σηραγγείου ) (fig.15)

Οι νεώσοικοι, ανά δύο, αποτελούσαν ένα επίμηκες υπόστεγο, που καλυπτόταν από μία δίρριχτη στέγη και έκλεινε στο πίσω μέρος του με συνεχή τοίχο (fig.16) ”Σύμφωνα με τη διάταξη των νεωσοίκων της Ζέας (fig.17.1) τα υπόστεγα ήταν οργανωμένα σε ομάδες των 10 νεωσοίκων, χωρισμένες με μεσοτοιχία και εξυπηρετούνταν με είσοδο ( από ένα εξωτερικό διάδρομο) στη μέση του πίσω τοίχου (η είσοδος διαπιστώνεται στη Μουνίχια)” (Σταϊνχάουερ, Γ. Α., 2000, σ. 64). Σε κάθε νεώσοικο ανελκυόταν μία μόνο τριήρης – ή δύο μικρότερα πλοία κατά μήκος στον ίδιο χώρο- πάνω στη επικλινή «σκάρα», με κλίση μικρότερη από 10% και μήκος που θα έπρεπε να εκτείνεται μερικά μέτρα μέσα στη θάλασσα και εκτός του στεγασμένου χώρου. ”Στη Ζέα αυτή αποτελείται από δύο παράλληλα σε απόσταση 4. 00m χαμηλά τοιχία πάνω στα οποία στερεωνόταν ένα ξύλινο δάπεδο, που αλειφόταν με λίπος κατά μήκος του άξονα στον οποίο γλίστραγε η ράχη της καρένας (τρόπις) πλαισιωμένη από τα «φαλάγγια» (fig.17). Στους νεώσοικους της Μουνιχίας, που περιγράφει ο von Alten (Curtius E. – Kaupert J.A.,1881, σ. 14-15) και ανεσκάφησαν πρόσφατα, η σκάρα αποτελείται από λίθινες πλάκες με υποδόκια για την στερέωση του ξύλινου πατώματος.” (Σταϊνχάουερ Γ.Α., 2000, σ. 63)

Οι νεώσοικοι χωρίζονταν μεταξύ τους με κιονοστοιχίες, από αράβδωτους κίονες πάνω σε μεμονωμένες κυβοειδείς βάσεις, οι οποίες είχαν διαφορετικό ύψος και πλήθος κιόνων ανάλογα με το αν αντιστοιχούσαν στην κορυφή ή στην κοιλότητα της στέγης. Οι πρώτες ήταν ψηλότερες και αραιότερες, ενώ οι δεύτερες ήταν χαμηλότερες και πυκνότερες και κατέληγαν στο πίσω μέρος τους σε μία αντηρίδα του τοίχου. Ανάμεσα στην κρηπίδα και στην κιονοστοιχία υπήρχε διάδρομος κίνησης του προσωπικού και μεταφοράς των απαραίτητων για της εργασίες συντήρησης υλικών. Έτσι το ελεύθερο πλάτος κάθε νεώσοικου διαμορφωνόταν στην περίπτωση της Ζέας σε 5. 60m (στη Μουνιχία είναι 5. 30m ) ενώ το μήκος έφθανε έως την ακτογραμμή στα 42. 00m.

Δ. Οχυρώσεις

Η οχύρωση της πόλης και του λιμανιού ξεκίνησε από τον Θεμιστοκλή το 493π. Χ. , πριν από την οικοδόμηση της πόλης, με τις δύο μεγάλες Αστικές πύλες εισόδου στον Πειραιά από την Αθήνα. ”Στο σημείο αυτό, που έφερε το κύριο βάρος της άμυνας της πόλης, το τείχος έχει το μεγαλύτερο πάχος (5. 00m), την πιο ισχυρή, συμπαγή, κατασκευή και την προστασία μιας πυκνής διάταξης, τεράστιων διαμέτρου 10. 00m κυκλικών πύργων” (Σταϊνχάουερ,Γ.Α., 2000, σ.45). (fig.18)Στα ερείπια των πύργων που πλαισιώνουν την δυτικότερη πύλη διακρίνονται δύο οικοδομικές φάσεις η θεμιστόκλεια με τους κυκλικούς πύργους και η κονώνεια κατά την οποία αντικαταστάθηκαν από ορθογώνιους.

Η πορεία του βόρειου τείχους δυτικά προς την Ηετιώνεια ακτή έχει διαπιστωθεί από μια σειρά ανασκαφών διατηρώντας τη συμπαγή κατασκευή του και το πλάτος του.

Η Τρίτη σωζόμενη Πειραϊκή πύλη βρίσκεται στο λόφο Καστράκι της Ηετιώνειας ακτής. Στη θέση αυτή κατέληγε το παλαιό τείχος του Θεμιστοκλή, ενώ ανατολικά αυτού κτίστηκε το 411 από τους ”Τετρακόσιους», τείχος στραμμένο προς το εσωτερικό του λιμανιού για τον εμπoδισμό του κατάπλου του αττικού στόλου (Garland R. (1987), σ.149, Θουκ.VIII 90). Ίχνη αυτής της οχύρωσης ενδεχομένως να διατηρούνται ως μία από τις οικοδομικές φάσεις του Κονώνειου τείχους (fig.19,20) και της Ηετιώνειας πύλης που εκτείνονται ακόμη και σήμερα κατά μήκος της ομώνυμης ακτής. Τόσο στα τείχη όσο και στην πύλη σώζονται τουλάχιστον τρεις οικοδομικές φάσεις. ”Η πύλη (fig.21,22) ανήκει στον απλό (χωρίς εσοχή ή εσωτερική αυλή) τύπο. Αποτελείται από (μία πλάτους 3. 70m) είσοδο με δίφυλλη θύρα, που πλαισίωναν δύο πύργοι, αρχικά ορθογώνιοι, οι οποίοι κατά πάσα πιθανότητα, στην ελληνιστική εποχή εγκιβωτίστηκαν σε κύκλους, διαμέτρου περίπου 10. 00m. Οι πύργοι σώζονται σήμερα σε ύψος 3. 00 και 5. 00 αντίστοιχα.” (Σταϊνχάουερ,Γ.Α.,2000, σ.49)

Το τείχος που περιέβαλε την πειραϊκή χερσόνησο, ακολουθώντας την ακτογραμμή σώζεται σήμερα σε αρκετά καλή κατάσταση και σε μήκος περίπου 2, 5 χιλιόμετρων από την είσοδο της Ζέας έως την είσοδο του Κανθάρου. Το τείχος του Θεμιστοκλέους (493-404 π. Χ. ), ήταν μικρότερο από το σωζόμενο Κονώνειο το οποίο επεκτάθηκε για να καλύψει όλη την περίμετρο της χερσονήσου, αποκλείοντας κάθε δυνατότητα απόβασης. Το τείχος ήταν κατασκευασμένο σε απόσταση 20. 00-40. 00 m από τη θάλασσα και ήταν πολύ στενότερο (3. 10-3. 40m) από εκείνο της βόρειας οχύρωσης της πόλης. Η κατασκευή του δεν είναι συμπαγής όπως εκείνη της βόρειας οχύρωσης αλλά χρησιμοποιείται η ”έμπλεκτος τεχνική” κατά την οποία κατασκευάζονται οι δύο παρειές του τείχους από λιθοδομή ενώ το εσωτερικό γεμίζεται από πέτρες και λάσπη.

Η οχύρωση δεν συνεχιζόταν μέσα στη θάλασσα, αλλά κατάληγε σε δύο ορθογώνιους πύργους στις δύο άκρες της εισόδου του, η οποία έκλεινε με μία αλυσίδα.

Τα λείψανα των οχυρώσεων του λιμένα και της πόλης του βρίσκονται κατά μήκος της Πειραϊκής χερσονήσου, σε όλο σχεδόν το μήκος της Ηετιώνειας ακτής, βορειανατολικά της πόλεως καθώς και πίσω από την περιοχή της Σύγχρονης Καστέλας. (fig 23).

Σε κάποια σημεία σώζεται σε ύψος μέχρι οκτώ δόμων, ενώ σε μήκος 2 χιλιομέτρων (σε αποστάσεις από 45 έως 100 μέτρα, ανάλογα με την μορφή της ακτογραμμής σώζονται 22 ορθογώνιοι πύργοι (4. 00x6. 00) (Σταϊνχάουερ, Γ.Α.,2000, σ 52). Από τους πύργους που όριζαν τις εισόδους στους λιμένες σώζονται ακόμη ένας στην ανατολική πλευρά της Ζέας και εκείνοι της Μουνιχίας ο ενώ στον λιμένα του Κανθάρου καταστράφηκαν κατά την κατασκευή της σύγχρονης λιμενολεκάνης.

Δ. Λειτουργία

Κυρίαρχο στοιχείο στην πολεοδομική συγκρότηση και κοινωνικοοικονομική διάρθρωση της ισχυρής αυτής (κατά τους κλασικούς χρόνους) πόλης – λιμάνι είναι η ταυτόχρονη παρουσία του Ναυστάθμου και της στρατιωτικής βάσης της Αθήνας και του εμπορικού λιμενικού κέντρου της Ανατολικής Μεσογείου. Κατά τον σχεδιασμό και την ανοικοδόμηση της πόλης του Πειραιά κυρίαρχοι λειτουργικοί άξονες της πόλης θεωρήθηκαν οι τρεις λιμένες και οι απαραίτητοι χώροι που θα υποστήριζαν τις λειτουργίες τους, ενώ στο κέντρο του χερσαίου χώρου που τους περιέβαλλε χωροθετήθηκαν τα δημόσια κτήρια και γύρω από αυτά και στους λόφους επεκτάθηκε η κατοικία

Το κεντρικό λιμάνι του Πειραιά, ο Κάνθαρος, κάλυπτε την εμπορική κίνηση ενώ ήταν συγχρόνως ο δεύτερος σε μέγεθος πολεμικός ναύσταθμος των Αθηναίων

Οι λιμένες της Ζέας και της Μουνιχίας καλύπτονταν μόνο από τις εγκαταστάσεις του ναυστάθμου, «του νεωρίου».

Γραπτές Πηγές

Θουκυδίδης, 1. 93, 93. 3, 107, 2. 13, 13. 8, 93, 94, 7. 11, 12. 4, 8. 90

Ξενοφών Ελλ. , 4. 10, 2, 2. 4, 4. 31, 4. 11, Ανάβασις 7, 1. 27

Αππίανος, Λιβικά 96, Μιθριδάτειος 40, 30

Αριστοτέλης, Πολιτικά, ΙΙ 8, Αθ. Πολιτεία, 19, 37, 38, 54, 24, 46, 49, 61

Βιτρούβιος 7. 152. 12

Βαλ. Μάχιμος 8. 12

Διόδωρος, 11. 41, 12. 49, 14. 33, 14. 85, 18. 64, 18. 68, 20. 45

Δίων Χρυσόστομος, 6. 87, 25. 4

Δείναρχος, κατά Φιλοκλέους 1, 13, κατά Δημοσθένους παρ. 17

Στράβων, 9. 1, 1. 15, 2, 395 , Ι. 3

Πλάτωνας, Γοργίας 455

Πλούταρχος, Θεμιστοκλής, 32, 19. , Δημήτριος 8, Κίμων 13, Σύλλας 14

Πλίνιος, ΝΗ. 38. 1, 7. 37. 125

Παυσανίας, Ι. 1. 2, 1. 1. 3, 1. 4, 2, 3, 25. 5 8. 10. 4

Πολύαινος, Στρατηγικά Ι 40. 3

Διογένης Λαέρτης, 6. 1

Αππιανός, Μιθριδάτεος, 30, 41

Αιλιανός, Ποικίλη ιστορία 2. 13

Αριστόδημος

Σουίδας,

Αρποκρατίων

Αριστοφάνης, Ιππείς 815, Ειρήνη 145

Θεόφραστος, Χαρακτήρες 23

Ηρόδοτος, 6. 116, 8. 76, 77, 107, 92. 5, 93

Ισοκράτης, Αεροπογιτικός 66, Περί αντιδόσεως 307

Καλλίμαχος ύμνος εις την Άρτεμιν, 259

Λυκούργος, Κατά Λεωκράτους παρ. 11

Δημοσθένης 34. 37, 19. 60, 19. 125

 

Επιγραφές:

Αρχ. Εφ. 1840-1841, σ. 124

Αρχ. Εφ. 1855, σ. 1287

Αρχ. Εφ. 1859, σ. 1889

Αρχ. Εφ. 1862, σ. 3

Boeckh A. , 1840: Urkunden ueber das seewesen des Attischen Staates, Berlin σ. 279-280.

Borghese B. , 1843: "Inscrizioni latine del Pireeo e della Valachia" Bull. Inst. σ. 131-134.

B. C. H. :Inscriptions 1882, σ. 278-282.

B. C. H. :Inscriptions 1928, σ. 469.

B. C. H. :Inscriptions 1930, σ. 459.

B. C. H. :Inscriptions 1931, σ. 461.

Choisy A. , 1884: " L’Arsenal du Pirée" και " Les murs d’ Athθnes" στο Études épigraphiques sur l’architecture Grecque, Paris.

Comparetti D. , 1862: "Sulle iscrizioni relative al Metroon Pireense" Ann. Inst. XXXIV, σ. 23-45.

Comptes Rendus De L’Academie Des Inscriptions, 1899, τομ. Ι, τευχ. XXVII, σ. 68-69.

Corpus Inscriptionum Atticarum, I, σ. 157, 250, ΙΙ, σ. 168, 249-258, 481, 614-647, ΙΙΙ, σ. 131-137, 187-197.

Δραγάτσης Ι. , 1884: ”Επιγραφαί Πειραιώς”, Αρχ. Εφ. , σ. 39-50.

Δραγάτσης Ι. , 1886: ”Πειραϊκά αρχαιολογήματα”, Αρχ. Εφ. , σ. 49-52.

Foucart P. , 1883:" Bas relief du Pirée", BCH VII, Taf. XVIII, σ. 507-514.

Λάμπρου Σ. , 1906: Νέος Ελληνομνήμων, σ. 63. , 1910, σ. 202, 1924, σ. 135, 198.

Le Bas Ph. , Waddington, 1870-1888 :Voyage archaeologiqueen Grèce et en Asie Mineure, Paris.

Lolling H. G. , 1881: "Inschriften aus dem Peiraeus", Ath. Mitt. σ. 309-311.

Mattingly H. , 1927 " Find from Piraeus" N. Chr. , τομ. VII, σ. 287-288.

Μελετόπουλος Α. , 1884 : ”Επιγραφές εκ Πειραιώς”, Α. ΕΦ. , σ. 65-70

Πιττάκης Κ. Ε. , 1855: ”Επιγραφαί ευρεθείσαι εις το νότιον μέρος της Πειραϊκής χερσονήσου υπό Γάλλου Συνταγματάρχηου ”, Αρχ. ΕΦ. , Νο 2583 και 2584 σ. 1284, Νο. 2585, σ. 1286, Νο. 2586, σ. 1287, Νο. 2587, 2588, 2589, 2590, 2591.

Rafn, Ch. C. , 1856: Inscription runique du Pirée, Κοπενχάγη.

Stephan L. , 1843: " Inscrizione metrica" στο Bull. Inst. , σ. 196-198.

 

Βιβλιογραφία

ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ Η. , 1898: Περί Πειραιώς και των λιμένων αυτού κατά τους αρχαίους χρόνους, Αθήνα.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ Ο. , 1973/74 : ”Πειραιεύς”, Αρχ. Δελτίο 29Β, σς. 99, 144 & 151.

ALTEN G. , 1881: " Die Befestigungen der Hafenstadt Athens" Erläutender Text Heft I, Βερολίνο, σ. 10-15.

BLACKMAN D. J. , 1968: "The ship-sheds", in J. S. Morrison & R. T. Williams, Greek oared ships Cambridge, pp. 181-192. 1973: "Evidence of sea level change in ancient harbours and coastal installations" στο Marine Archaeology, Symposium of Colston Research Society, σ. 115-139.

1982 "Ancient Harbours in the Mediterranean", IJNA 11. 2, σ. 79-104 και 11. 3, σ. 185-221.

1987: "Triremes and shipsheds", ΤΡΟΠΙΣ ΙΙ. Proceedings of the 2nd International Symposium on ship construction in antiquity, Delphi 1987, Αθήνα (1990). σ. 35-52.

1991: "New evidence for ancient ship dimensions" ΤΡΟΠΙΣ ΙV. Proceedings of the 4th International Symposium on ship construction in antiquity, Athens 1991, Αθήνα (1996). σ. 113-125.

CURTIUS E. – KAUPERT J. A. , 1881: Karten von Attika, ErläutenderText, Heft I, Der Peiraeus von A. Milchhöfer, Berlin.

ΔΡΑΓΑΤΣΗΣ Ι. Χ. , 1885α: ”Έκθεσης των εν Πειραιει ανασκαφών”, Π. Α. Ε. , σ. 63-68.

1885β : ”Πειραϊκές αρχαιότητες”, Α. Ε. , 85-92.

ΔΡΑΓΑΤΣΗΣ Ι. Χ. , Αγγελόπουλος Η. , 1899: ” Περί των εν Πειραιεί ανασκαφών”, Π. Α. Ε. 1899, σ. 37-41.

FOUCART P. , 1882 : "L’arsenal de Philon", B. C. H. 6, σ. 540-555.

1887 : "Les fortfications du Piree en 394-393", B. C. H. 11, σ. 129-144.

FROST H. , 1972: "Ancient harbours and anchorages in the eastern Mediterranean", στο UNESCO 1972, σ. 95-114.

1987: "Where did they build Ancient Warships" στο ΤΡΟΠΙΣ ΙΙ, Δελφοί, σ. 181-185

GARLAND R. , 1987: The Piraeus, from the fifth to the first century B. C. , Ithaka N. Y.

GEORGIADES A. S. , 1907: Les ports de la Grece dans l’ Antiquite, qui subsistent encore aujourd’hui, Athenes.

JUDEICH W. , 1905: "Topographie von Athen" στο Mόmmers Handb. d. Klass, Altertumswissenschaft III 2/2/1905, σ. 375-403. 1931: Topograph von Athen, (III, 2, 2), Μόναχο.

ΛΙΑΝΓΚΟΥΡΑΣ Α. , 1967: ”Πειραιεύς”, Α. Δ. 22Β, σ. 142-143.

MAZARAKIS-AINIAN Ph., 1992: Les Structures Poruaires en Grece Antique.Mémoire présenté en vue de l’ obtention du titre de Licencié,Univ.Libre de Bruxelles.

ΜΑΤΖΑΡΟΓΛΟΥ Π. , 1977: Πειραϊκό Λεύκωμα, Αθήνα.

MILSHOEFER A. , 1881: "Der Peiraieus”, στο CURTIYS E. & Kaupert J. A. , 1881, σ. 23-71

ΝΑΥΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, Οδηγός Μουσείου, Πειραιάς 1984.

NEGRIS Ph. , 1904: "Vestiges antiques submerges", Ath. Mitt. 29, σ. 340-363.

NOACK F. 1908. : "Bemerkungen zu den Piraeusmauern", Ath. Mitt. 33, pp. 33-38.

ΟΡΛΑΝΔΟΣ Α.Κ.- ΤΡΑΥΛΟΣ Ι.Ν., 1986: Λεξικόν Αρχαίων Αρχιτεκτονικών όρων, Αθήνα.

ΠΑΝΑΓΟΣ Χ. Θ. 1968 : Ο Πειραιεύς, Οικονομική και ιστορική έρευνα από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του τέλους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας Αθήνα (2η έκδοση με νεώτερα στοιχεία για την τοπογραφία και την οικονομική ζωή του Πειραιά από τον Έφορο Αρχαιοτήτων Γ. Σταϊνχάουερ, Αθήνα 1995)

ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ Ν. , 1974: Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις. , τόμος Ι, Αττικά. , Αθήνα.

ΣΟΦΟΥ Ε. Ν. , (1973): ”Χάρτης του Πειραιώς συνταχθείς 1687 υπό των ενετών” Αρχ. Εφ. , σ. 246-58, πιν. 112-113.

STEINHAUER, G. , 1996: "La découverte de I’arsenal de Philon", στο ΤΡΟΠΙΣ IV, Aθήνα, σ. 471-480

ΣΤΑΪΝΧΑΟΥΕΡ Γ. Α. , 1995: ”Τοπογραφία του Πειραιά. Νεώτερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις” στο Ο Πειραιεύς, Οικονομική και ιστορική έρευνα από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του τέλους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Αθήνα 1995). 2000: ”Αρχαίος Πειραιάς: Η πόλη του Θεμιστοκλή και του Ιππόδαμου” στο ΣΤΑΪΝΧΑΟΥΕΡ Γ. Α. , ΜΑΛΙΚΟΥΤΗ Μ. Γ. , ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΣ Β. , ΠΕΙΡΑΙΑΣ, Κέντρο Ναυτιλίας και Πολιτισμού, Αθήνα, σ. 9-123.

ΤΡΑΥΛΟΣ Ι.Ν. ,1972: ”Πειραιεύς” Εγκυκλοπέδια Δομή, 442-456.

Δημοσιεύματα:

”Αρχαιολογικά ευρήματα του Πειραιώς”, περιοδ. Παρνασσός, Αθήνα 1880.

”Πειραιώς αρχαιολογήματα”, περιοδ. Παρνασσός, τομ. V τευχ. 12 Αθήνα 1881 σ. 1054.

”Οι νεώσοικοι της Ζέας και τα περί αυτούς ευρήματα”, περιοδ. Παρνασσός, τομ. ΧΙ, τευχ. 36 Αθήνα 1881 σ. 109.

 

Γενική Βιβλιογραφία

BRADFORD J. , 1957: Ancient Landscapes, London.

CASSON L. , 1971: Ships and seamanship in the ancient world, Princeton.

1974: Travel in the ancient world, London.

1991: The ancient mariners, seafarers and sea fighters of the Mediterranean in ancient times, New Jersey (1st edition Oxford 1959).

DAY J. , 1927 : "The Kophos Limen of the Piraeus", A. J. A. 31, σ. 441-449.

DODWELL E. , 1819: A classical and topographical tour through Greece during the years 1801-1805 and 1806, Londοn.

DORPFELD W. , 1883: " Die Skeuothek des Philon", Ath. Mitt. 8, σ. 147-164.

EICKSTEDT K. –V. von, 1991 : Beitrage zur topographie des Antikes Piraus, Athenes.

GOODCHILD R. G. , 1956 : "Harbours, docks and lighthouses", στο Ch. Singer & al. , A history of technology, Οxford, τόμος. II, σ. 516-524.

SPON, 1676: Voyage d’Italie, de Dalmatie, de Grèce et du Levant, τομ. ΙΙ.

TOUCHAIS G. 1979 : "Chronique des fouilles en 1978" : Le Piree, B. C. H. 103, σ. 541.