Το αρχαίο λιμάνι της Μεθώνης

 

See this text in

 

Τοπογραφία

Η Μεθώνη βρίσκεται στο Νοτιοδυτικό άκρο της Πελοποννήσου, στο νομό Μεσσηνίας, και βρέχεται από το Ιόνιο πέλαγος.

 

Ιστορική Πορεία

Η ανθρώπινη παρουσία στην θέση εμφανίζεται ήδη στην Μέση Εποχή του Χαλκού (περίπου 1700 π.Χ.) Η ύπαρξη της πόλης τεκμηριώνεται αρχαιολογικά από τα Προϊστορικά χρόνια ως σήμερα. Η μεσσηνιακή Μεθώνη θα εξελιχθεί σε φημισμένο λιμάνι κατά την Κλασσική και Ύστερη αρχαιότητα και το Μεσαίωνα. Η Μεθώνη παίρνει μέρος στον Πελοποννησιακό πόλεμο, κατά τα Ελληνιστικά χρόνια εισχωρεί στην Αχαϊκή Συμμαχία, και της παραχωρείται αυτονομία από τους Ρωμαίους. Αργότερα, το Βυζάντιο προσφέρει στην Βενετία ελεύθερο εμπόριο στην Μεθώνη. Από τον 12ο αιώνα μ.Χ. γίνεται βενετικό ορμητήριο και ακολουθεί η κατοχή της δύο φορές από τους Βενετούς και δύο φορές από τους Τούρκους ως το 1828, οπότε γίνεται ελεύθερη ακολουθώντας την τύχη των υπόλοιπων ελληνικών πόλεων.

Γραπτές Πηγές

Το λιμάνι της Μεθώνης, ή Μοθώνης, αναφέρεται από τον Παυσανία στα Μεσσηνιακά (IV 35.1): «Κατά την γνώμη μου, ο βράχος Μόθωνας έδωσε το όνομα στην περιοχή· απ’ αυτόν σχηματίζεται και το λιμάνι της πόλης γιατί κάνει στενή την είσοδο των πλοίων, καθώς εισχωρεί κάτω από την επιφάνεια του νερού και συγχρόνως την εμποδίζει να ταράζεται βαθιά». Η πόλη, χωρίς αναφορά στο λιμάνι της, αναφέρεται επίσης από τον Στράβωνα, τον Όμηρο (ως Πήδασος) και από τον Θουκυδίδη.

Έρευνες

Το λιμάνι της Μεθώνης δεν έχει ερευνηθεί συστηματικά. Το 1969, ο M.C, Flemming, δημοσίευσε την μελέτη ‘Archaeological Evidence for Eustatic Change of Sea-level and earth movements’, όπου εξέτασε τους τρόπους με τους οποίους αρχαιολογικά στοιχεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να υπολογιστεί η μεταβολή της στάθμης της θάλασσας και να αναπαρασταθεί η παλαιοακτογραφία μιας περιοχής, αντλώντας παραδείγματα από τον χώρο της Πελοποννήσου. Λίγα χρόνια αργότερα οι J.C. Kraft και S.E. Aschenbrenner εξέτασαν το λιμάνι της Μεθώνης σε μία απόπειρα να αναπαραστήσουν την παλαιογεωγραφία της περιοχής. Ο Ν. Λιανός το 1987 μελέτησε τα λιμενικά έργα του Κάστρου σε σχέση με τις θαλάσσιες οχυρώσεις, δηλαδή το Μπούρτζι και την νότια πύλη. Τέλος , η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων ανέλαβε την αρχαιολογική έρευνα στην Μεθώνη της Πυλίας.

Λιμενοβραχίονες

Στο χώρο σώζονται δύο παλαιοί λιμενοβραχίονες. Ο αρχαιότερος από τους δύο έχει ημικυκλικό σχήμα. Σημείο εκκίνησης του είναι η νότια πύλη του Κάστρου, απ’ όπου και εκτείνεται 100μ. Νότια και συνεχίζεται για άλλα 80μ. Νοτιοανατολικά, όπου στρίβει ξανά και για τα υπόλοιπα 220μ. του μήκους του συνεχίζει προς το Βορρά, παράλληλα σχεδόν με τα τείχη. Σειρά λιμενικών έργων από τους Βενετούς και τους Τούρκους με σκοπό την προστασία του Κάστρου και την οχύρωση του λιμανιού είχαν σαν αποτέλεσμα την προσάμμωση και αχρήστευση του τα χρόνια που ακολούθησαν.

Ο δεύτερος λιμενοβραχίονας χτίστηκε γύρω στο 1880 πάνω στο Βόρειο στόμιο του αρχαίου λιμανιού και κάθετα προς το Κάστρο με μεγάλους ακανόνιστους ασβεστόλιθους. Ο νεότερος αυτός λιμενοβραχίονας περνάει πάνω από το Βόρειο άκρο του αρχαίου και συνεχίζεται για 100μ. Ο δεύτερος λιμενοβραχίονας είχε σαν σκοπό την αντικατάσταση και μεταφορά της αρχικής λιμενολεκάνης βορειότερα, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Οχυρώσεις

Παρ’ όλο που η πόλη της Μεθώνης ήταν ήδη οχυρωμένη τον 5ο αιώνα π.Χ. (Θουκυδίδης ΙΙ.25), δεν υπάρχουν στοιχεία για την οχύρωση του λιμανιού ως το 15ο αιώνα μ.Χ. όταν ο P. Bembo αναφέρει ότι οι Βενετοί πραγματοποίησαν μεγάλες επισκευές στο φρούριο και στην τάφρο. Συμφώνα με την αναφορά του οι Βενετοί κατασκεύασαν ένα αξιόλογο οχυρό στο λιμάνι και δημιούργησαν στην θάλασσα ένα φράγμα που απομάκρυνε τα εχθρικά πλοία χωρίς να τα αφήνει να τριγυρνούν κοντά στα τείχη. Άφησαν όμως ένα τέτοιου μεγέθους άνοιγμα ώστε να μπορεί να εισέρχεται μόνο ένα πλοίο κάθε φορά, διότι, γι’ αυτούς, ήταν πιο εύκολο να πολεμούν ένα πλοίο παρά πολλά μαζί (Λιανός 1987, 132).

Σύμφωνα με τον Λιανό (1987, 134) κατά την υποβρύχια έρευνα εντοπίσθηκε άνοιγμα πλάτους περίπου 20μ., κομμένο πάνω σε μικρές ασβεστολιθικές ξέρες στο Νότιο άκρο του αρχαίου μόλου, ενώ το οχυρό που αναφέρεται στη γραμματεία, ταυτίζεται πιθανόν, με κάποια προγενέστερη κατασκευαστική φάση του οχυρού που ονομάζεται Μπούρτζι.

Συμπεράσματα

Η χρονολόγηση του αρχαίου λιμενοβραχίονα έχει απασχολήσει τους ερευνητές. Η επικρατέστερη άποψη σύμφωνα με τους Kraft & Aschenbrenner (1977, 30), που μπορεί να τεκμηριωθεί αρχαιολογικά και ιστορικά είναι πως ο μόλος είναι Ρωμαϊκός, χτισμένος ανάμεσα στον 2ο και τον 3ο αιώνα μ.Χ.

Παρ’ όλο που η περιοχή παρουσιάζει ιδιαίτερο αρχαιολογικό ενδιαφέρον, η έρευνα παρουσίασε περιορισμένα αποτελέσματα, διότι η αρχαιολογική έρευνα δεν κατάφερε να προσφέρει στρωματογραφία διαδοχικών περιόδων, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει έλλειψη ιστορικών στοιχείων σε διαδοχή, ιδιαίτερα για την πιο σύγχρονη περίοδο (Kraft & Aschenbrenner 1977, 24). Η μακροχρόνια εγκατάσταση και οι συνεχείς αρχιτεκτονικές επεμβάσεις διατάραξαν τις αρχαιολογικές ενδείξεις στην περιοχή. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με περιορισμένη έρευνα, οδήγησε στην τμηματική συλλογή στοιχείων.

Θεοδούλου Θ. / Theodoulou, Th.

 

Βιβλιογραφία

Blackman D. J., 1973

‘Evidence of Sea Level in ancient harbours and coastal installations’, στον Blackman D. J. (ed), Marine Archaeology, Colston Papers, London

Flemming N. C., 1969

‘Archaeological evidence for Eustatic Change of Sea level and Earth Movements’, Western Mediterranean during the last 2000 years, The Geological Society of America, Special paper 109, Colorado

Kraft J. C. & Ascenbrenner S. E., 1977

‘Paleogeographic Reconstructions in the Methoni Embayment in Greece’, Journal of field archaeology 4

 

Thucydides

History of the Peloponnesian War, ΙI 25, IV 45, translation R. Warner, Penguin Classics, Harmondsworth

Λιανός Ν., 1987

‘Μελέτη στα Αρχαία Λιμενικά Έργα της Μεθώνης’, Αναστήλωση-Συντήρηση-Προστασία Μνημείων και Συνόλων, Αθήνα (Study of the ancient harbour works of Methoni)

Παυσανίας

Ελλάδος Περιήγησις ΙV 35, μετάφραση Ν. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα

Σπονδύλη Η., 1996

‘Συμβολή στη μελέτη διαμόρφωσης των ακτών με βάση τον εντοπισμό νέων αρχαιολογικών θέσεων’, Ενάλια IV 3/4 (Contribution in the study of coastal formation in relation to the location of new archaeological sites)

Στράβωνας

Γεωγραφία VIII 4.3, μετάφραση Π. Θεοχαρίδης, Κάκτος, Ο. Χατζόπουλος