Το λιμάνι του Βασιλείου της Πάφου

 

Τοπογραφία

Το βασίλειο της Πάφου, κατελάμβανε τη περιοχή της δυτικής και νοτιοδυτικής ακτής της Κύπρου, συνορεύοντας προς τα βόρεια με το βασίλειο του Μαρίου και προς τα νοτιοανατολικά με το βασίλειο του Κουρίου. Πρωτεύουσά του ήταν αρχικά η Παλαίπαφος στη θέση του σημερινού οικισμού Κούκλια, σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου από την ακτή. Στο τέλος του 4ου αι. π.Χ. η πρωτεύουσα μεταφέρεται από το βασιλέα Νικοκλή βορειότερα, στη θέση προϋπάρχοντος οικισμού και αγκυροβολίου και μετονομάζεται σε Νέα Πάφο (σημερινή θέση Κάτω Πάφος). Στην υλοποίηση του μεγαλεπήβολου σχεδίου της μεταφοράς, και της κατασκευής μεγάλης εκτάσεως λιμενικών έργων, συνέβαλαν πιθανότατα ο Πτολεμαίος Σωτήρ (Daszewski 1987, 171-175, Hohlfelder 1995, 194) ή ενδεχομένως και ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, οι οποίοι θα ωφελούνταν από την ύπαρξη ενός ασφαλούς λιμανιού στη δυτική ακτή, και οι οποίοι αντιμάχονταν για την κυριαρχία της Κύπρου στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. Η νέα πόλη, καίριος σταθμός στο ναυτικό δρόμο Αιγαίου - Εγγύς Ανατολής συγχέεται συχνά από τις αρχαίες και μεσαιωνικές πηγές με την παλαιά πρωτεύουσα του βασιλείου. Ο Στράβωνας, για παράδειγμα, αναφέρει την Παλαίπαφο και το λιμάνι της, για το οποίο δεν έχει γίνει οποιαδήποτε έρευνα, διαχωρίζοντάς την από την Πάφο (Νέα Πάφο), συγχέει όμως τον ιδρυτικό μύθο και αποδίδει την ίδρυση της Πάφου στον τεγεάτη τρωϊκό ήρωα Αγαπήνορα, ενώ ο μύθος αναφέρεται προφανώς στην Παλαίπαφο. Αναφέρει σχετικά: «…Παλαίπαφος, ὅσον ἐν δέκα σταδίοις ὑπέρ τῆς θαλάττης ἱδρυμένη, ὕφορμον ἔχουσα καὶ ἱερὸν... εἶτα Ζεφυρία πρόσορμον ἔχουσα, καὶ ἄλλη Ἀρσινόη ὁμοίως πρόσορμον ἔχουσα... μικρὸν δ' ἀπὸ θαλάττης Ἱεροκηπία. Εἶθ' ἡ Πάφος, κτίσμα Ἀγαπήνορος καὶ λιμένα ἔχουσα καὶ ἱερὰ πρὸς ἕω μετὰ τὸν Ἀκάμαντα πλοῦς εἰς Ἀρσινόην …».

Έxοντας την πιο προφυλαγμένη θέση της βορειοδυτικής και νοτιοδυτικής Kύπρου η Νέα Πάφος πρέπει να εξυπηρετούσε σαν χώρος προσάραξης πλοίων από την έναρξη της θαλάσσιας επικοινωνίας του νησιού με τον έξω κόσμο και το αντίθετο (Hohlfelder 1995, 194). Με την αναβάθμισή στην Ελληνιστική περίοδο, και την προαγωγή της σε πρωτεύουσα της Κύπρου, σε αντικατάσταση της Σαλαμίνας, οικοδομείται ένα μεγάλο ασφαλές λιμάνι, του οποίου κατάλοιπα υφίστανται μέχρι τις μέρες μας, στη θέση του σύγχρονου λιμανιού της Πάφου. Με το καινούριο τριπλό λιμάνι για κάθε καιρό όπως λέει ο Στράβωνας, κοντά στα δάση με την ξυλεία για την ναυπήγηση πλοίων, και κοντινός προορισμός από την αιγυπτιακή Aλεξάνδρεια, και τη Ρόδο, σε μια περίοδο που το λιμάνι της Σαλαμίνας έχει σχεδόν επιχωθεί, γνωρίζει μέρες ιδιαίτερης ακμής.

Αρχαίες Γραπτές Πηγές

Το λιμάνι αγνοείται όπως είναι φυσικό από το Ψευδοσκύλλακα, ο οποίος συγγράφει το έργο του στα μέσα του 4ου αι. π.Χ., πριν από την ίδρυση της πόλης, ενώ αγνοεί και την Παλαίπαφο, η οποία βρίσκεται απομακρυσμένη από την ακτή. Αναφέρεται όμως από το Στράβωνα, όπως πιο πάνω και από το Σταδιασμό: «Ἀπὸ τοῦ Ἀκάμαντος τὴν κύπρον εὐώνυμον ἔχοντι εἰς Πάφον στάδιοι τ'. πόλις ἐστὶ κειμένη πρὸς μεσημβρίαν. ἔχει λιμένα τριπλοῦν παντὶ ἀνέμῳ καὶ ἱερὸν Ἀφροδίτης. Ἀπό Πάφου εἰς Νουμήνιον (νῆσός ἐστι ἔσουσα πηγήν. ὁ δὲ πλοῦς βραχύς. ὅταν δὲ ἐγγίσης τῷ νησίῳ τὴν γῆν θλίβε δεξιᾷ) στάδιοι ρκε'. Ἀπὸ Νουμινίου εἰς Παλαίπαφον στάδιοι ρκε'. Ἀπὸ Παλαιπάφου εἰς Τρήτους (ἀκρωτήριόν ἐστι) στάδιοι ν΄…». Έμμεση μαρτυρία δίνουν επίσης οι Πράξεις των Αποστόλων, όπου αναφέρεται ότι ο Απόστολος Παύλος απέπλευσε από την Πάφο για την Πέργη της Παμφυλίας και ο Ιωάννης για τα Ιεροσόλυμα. Η πόλη εξακολουθεί να αποτελεί πρωτεύουσα της Κύπρου και στα Ρωμαϊκά χρόνια με ανάλογη αίγλη. Κατά τον 1ο αι. μ.Χ. διάφοροι σεισμοί πλήττουν την περιοχή, τα αποτελέσματα των οποίων αντιμετωπίστηκαν ως προς το λιμάνι με νέες κατασκευές και προσθήκες. Μετά το τέλος όμως, των αρχαίων χρόνων η πόλη περιέρχεται σε παρακμή, μετά τους καταστροφικούς σεισμούς των μέσων το 4ου αι. μ.Χ. και το λιμάνι επιχώνεται σταδιακά και καταστρέφεται. Η ρωμαϊκή «μητρόπολις» μετατρέπεται σε μικρό πόλισμα, το οποίο εξακολουθεί να υπάρχει και να αναφέρεται από τις βυζαντινές και μεσαιωνικές πηγές, αλλά προϊόντος του χρόνου το λιμάνι τίθεται σε πλήρη αχρηστία και αποτελεί επικίνδυνο σημείο αγκυροβολίας. Αντί αυτού χρησιμοποιείται η περιοχή των Μουλιών στα νοτιά του.

Έρευνες

Στα κατάλοιπα του λιμανιού έγινε μία πρώτη υποβρύχια έρευνα από ερασιτεχνική ομάδα δυτών του βρετανικού στρατού μεταξύ 1959 και 1961. Τα αποτελέσματα της έρευνας δεν δημοσιεύθηκαν ποτέ. Μία δεύτερη έρευνα πραγματοποιήθηκε από τον πολωνό καθηγητή Daszewski στα 1965, χωρίς να δημοσιευτούν όμως λεπτομερή σχέδια και φωτογραφίες (Daszewski 1981, 327-336). Eντούτοις η έρευνα κατέχει ιδιαίτερη σημασία εφόσον πραγματοποιείται και καταγράφει την κατάσταση πριν τις εκτεταμένες σύγχρονες διαμορφώσεις στο λιμάνι (1980). Τέλος μεταξύ 1991 και 1992 πραγματοποιήθηκε υποβρύχια έρευνα από το Αμερικάνικο Πανεπιστήμιο του Colorado υπό τους Hohlfelder και Leonard. Στα πλαίσια επίσης του ιδίου προγράμματος έγινε στα 1996 γεωλογική έρευνα στην περιοχή του λιμανιού με αρκετά διαφωτιστικά συμπεράσματα (Leonard 1998, 141-157).

Λιμενοβραχίονες

Το λιμάνι ανήκει στον ελληνιστικό τύπο του «κλειστού λιμένος». Δύο λιμενοβραχίονες κλείνουν την εσωτερική λεκάνη, ένας δυτικός με κατεύθυνση βορειοδυτικά - νοτιανατολικά και ένας ανατολικός με κατεύθυνση βορειοανατολικά –νοτιοδυτικά. Ο δυτικός βραχίονας βρίσκεται σήμερα καλυμμένος από διάφορα έργα διαμόρφωσης του σύγχρονου λιμανιού. Σύμφωνα με τον καθηγητή Daszewski, ο οποίος ερεύνησε τον λιμενοβραχίονα πριν τα σύγχρονα έργα διαμόρφωσης, το πλάτος του κυμαινόταν γύρω στα 10-15μ., ενώ το μήκος του έφθανε τα 270-280μ. Ένα επιπλέον τμήμα, μέρος του οποίου εξακολουθεί να είναι ορατό υποβρυχίως και προεξέχει από το λιμενοβραχίονα προς τα νότια, προσέθετε άλλα 50-70μ. στο συνολικό μήκος. Η προεξοχή κατασκευάστηκε πιθανόν για να προστατεύσει την είσοδο του λιμανιού από τους συχνούς δυτικούς ανέμους.

Ο ανατολικός λιμενοβραχίονας έφθανε σε μήκος τα 600μ. περίπου και το πλάτος κυμαινόταν μεταξύ 10-15μ. Ο Hοhlfelder αναφέρει ότι το πλάτος φτάνει τα 20-25μ. πράγμα που μπορεί να ισχύει και για τον ανατολικό βραχίονα. Ένα τμήμα του δυτικού βραχίονα έχει σήμερα καταστραφεί από τις εργασίες εκβάθυνσης της σύγχρονης εισόδου. Η αρχαία είσοδος είχε άνοιγμα 52-55μ περίπου. Ένα σκόπιμο άνοιγμα, και πιθανότατα και άλλα που δεν έχουν εντοπιστεί ακόμα πάνω στο βραχίονα, λειτουργούσαν ενδεχομένως για την αντιμετώπιση της επίχωσης της λεκάνης από το ρεύμα της εισόδου. Τον ίδιο πιθανόν στόχο είχε και ένας δεύτερος βραχίονας στα νότιά του, ο οποίος βαίνει παράλληλά του σε μήκος 199μ. με πλάτος 5μ.

Χρονολόγηση

Οι δύο κύριοι λιμενοβραχίονες ανήκουν μάλλον στην πρώτη διαμόρφωση του λιμανιού κατά την Ελληνιστική περίοδο. Τα υπόλοιπα έργα όπως η προέκταση στον δυτικό, τα ανοίγματα στον ανατολικό και ο δεύτερος βραχίονας στα νότια του ανατολικού, θα μπορούσαν να αποτελούν βελτιώσεις ή επιδιορθώσεις της Ρωμαϊκής περιόδου, πιθανόν μετά τους σεισμούς του 15 και του 77 μ.Χ.

Οχυρώσεις

Το ύψος ενός τοίχου που υπήρχε το 1965, πίσω από το Μεσαιωνικό Καστρο στη γένεση του δυτικού λιμενοβραχίονα, αλλά κατεδαφίστηκε με τις διαμορφώσεις του 1980 έφθανε τα 4.5μ., χωρίς να παρέχει πλήρη προστασία από τον κυματισμό. Δίνει, όμως ενδεικτικά το ελάχιστο ύψος, το οποίο πρέπει να είχαν οι αντίστοιχοι προστατευτικοί, οχυρωματικοί τοίχοι της αρχαιότητας κατά μήκος των λιμενοβραχιόνων. Ένα ορατό τμήμα τοιχοδομίας στο μέσον περίπου του σύγχρονου δυτικού λιμενοβραχίονα αποτελεί κατάλοιπο φράγκικης οχύρωσης. Εντοπίστηκαν επίσης, στα άκρα των δύο βραχιόνων αρχιτεκτονικά λείψανα, τα οποία θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως κατάλοιπα πύργων οχύρωσης της εισόδου με κάποια πιθανή επιπλέον λειτουργία διοικητικής φύσεως, την είσπραξη δασμών κλπ. Στο μέσον περίπου του μήκους του ανατολικού βραχίονα, στην εσωτερική του πλευρά, μια συγκέντρωση αρχιτεκτονικών στοιχείων αποτελεί ίσως κατάλοιπο της οχύρωσης του.

Λιμενικές Λεκάνες

Οι γεωφυσικές έρευνες του 1996 έδειξαν ότι η λεκάνη του λιμανιού ήταν αρκετά μεγαλύτερη απ’ ότι παρουσιάζεται σήμερα. Το γεγονός ερμηνευόταν παλαιότερα ως αποτέλεσμα τεκτονικών μετακινήσεων λόγω των διαφόρων σεισμών κατά τον 1ο και 4ο αι. μ.Χ. Η έρευνα όμως έδειξε ότι οι τεκτονικές αλλαγές είναι μικρής κλίμακας. Το γεγονός ότι εντός του λιμανιού εξέβαλλε στα ανατολικά ένα ρέμα μεταφέροντας ιζήματα, και ότι η δημιουργία των τεραστίων μόλων άλλαξε την ροή των θαλασσίων ρευμάτων, φαίνεται ότι ήταν οι αιτίες που προκάλεσαν σταδιακή επίχωση των λεκανών του και προκάλεσαν την ανάγκη διορθωτικών έργων.

Τέλος η μορφή του τριπλού λιμένος που παραδίδει ο Σταδιασμός έχει ερμηνευθεί κατά καιρούς με διάφορους τρόπους. Έχει προταθεί εσωτερικός διαχωρισμός λειτουργιών, τριπλή μορφή με κύρια την λεκάνη εντός των μόλων και ταυτόχρονη χρήση των κόλπων στα βόρεια και νότια κλπ. Με τις γεωφυσικές έρευνες φάνηκε ότι η εσωτερική λεκάνη διαχωρίζεται σε δύο άνισα τμήματα, από γεωλογικό σχηματισμό (bedrock), στην απόληξη του οποίου έχουν εντοπιστεί δομικά κατάλοιπα, δημιουργώντας δύο κόλπους. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η προσθήκη μίας αποβάθρας στο μέσον του δυτικού κόλπου χώριζε το λιμάνι σε τρία τμήματα. Μάλιστα στα σχέδια των ερευνητών εντοπίζονται δομικά κατάλοιπα σε δύο σημεία κάθετα στην παραλία, στη δυτική λεκάνη. Μια τριμερής διάταξη θα μπορούσε να προκύπτει και από το φυσικό διαχωρισμό της ανατολικής λεκάνης από το ρέμα που εξέβαλλε σ’ αυτήν. Θα μπορούσε επίσης στο διμερή εσωτερικό διαχωρισμό να προστεθεί η χρήση του κόλπου στα νότια του λιμανιού, ο οποίος συνεχίζει να χρησιμοποιείται στα μεσαιωνικά χρόνια, όταν επιχώνεται το λιμάνι και έτσι και πάλιν προκύπτει ο «τριπλός» λιμένας.

Συμπεράσματα

Συνοψίζοντας η ιστορία του λιμανιού της (Νέας) Πάφου έχει ως εξής: Στο χώρο υπάρχει ένα ασφαλές αγκυροβόλιο, το οποίο χρησιμοποιείται άγνωστο από πότε. Στην περιοχή υπάρχει όπως αποδεικνύει ο Mlynarczyk, ένας οικισμός Κλασικών χρόνων. Είναι πολύ εύλογο να υποθέσει κανείς ότι ο οικισμός αυτός να χρησιμοποιεί το αγκυροβόλιο και μία πιθανή εσωτερική λεκάνη στα ανατολικά του ελληνιστικού λιμανιού, εκεί που ο Νικολάου το 1966 και ο Raban το 1971 αναφέρουν την ύπαρξη ελώδους περιοχής. Στο τέλος του 4ου αι. π.Χ. η παλαιά πρωτεύουσα του βασιλείου της Πάφου μεταφέρεται στο σημείο αυτό και οικοδομούνται οι δύο λιμενοβραχίονες οι οποίοι περικλείουν το αγκυροβόλιο. Πιθανόν μάλιστα να μην οικοδομούνται στην έκταση που σήμερα καταλαμβάνουν, εάν το έργο τελέστηκε μόνο με τις οικονομικές δυνατότητες του βασιλείου. Εν πάση περιπτώσει στη συνέχεια και χάρη στα γεωπολιτικά συμφέροντα των Πτολεμαίων ή και του Δημητρίου, ένα φιλόδοξο πρόγραμμα κατασκευάζει τους δύο μόλους, και προφανώς τους τειχίζει στο γνωστό τύπο του ελληνιστικού «κλειστού λιμένα». Οι συνθήκες που δημιουργούνται λόγω των ρευμάτων που εγκλωβίζονται στην λιμενική λεκάνη και των ιζημάτων του ρέματος που εκβάλλει σ’ αυτήν, δημιουργούν συνθήκες επίχωσης τις οποίες εντείνουν οι σεισμοί του 1ου αι. π.Χ. Η Πάφος όμως αποτελεί την πρωτεύουσα της Κύπρου και για τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία με αποτέλεσμα να έχουμε νέα σειρά διορθωτικών έργων όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω. Οι σεισμοί του τρίτου αιώνα και η γεωπολιτική αλλαγή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε Βυζαντινή έχουν σαν αποτέλεσμα το λιμάνι να αφεθεί στην τύχη του. Συνεχίζει, όμως, να χρησιμοποιείται ακόμα από τους Άραβες επιδρομείς του 7ου –10ου αι. μ.Χ.. Στη συνέχεια η απουσία έργων συντήρησης το οδηγούν σε πλήρη επίχωση και αχρηστία όπως μαρτυρούν οι μεσαιωνικές πηγές. Νέα έργα θα γίνουν στο τέλος του 20ου αι., τα οποία και καταστρέφουν ή καλύπτουν μεγάλο μέρος των αρχαίων καταλοίπων. Η σύγχρονη επίσης διαμόρφωση της παραλίας και η οικιστική δραστηριότητα περιορίζουν πολύ τη δυνατότητα έρευνας στα χερσαία τμήματα της ακτογραμμής, μέρους άλλοτε της λιμενικής λεκάνης. Οι σύγχρονοι ερευνητές του λιμανιού έχουν στο πρόγραμμα τους τη διενέργεια υποβρύχιων ανασκαφικών τομών, οπότε θα μπορεί να διαλευκανθεί η ακριβής μορφή και χρονολόγηση των έργων.

Βιβλιογραφία

Maier F.G, Karageorghis V., 1984

Paphos. History and Archaeology, A.G. Leventis Foundation, Nicosia, p. 226

Mlynarczyk J., 1990

Nea Paphos in the Hellenistic Period, "Nea Paphos III (Polish Excavations)", Éditions Géologiques, Varsovie, pp. 177-184

Nicolaou K., 1966

"The Topography of Nea Paphos", Mélanges Offerts à Kl Michalowski, M.-L. Bernhard, Warsow, 561-601

Daszewski W.A, 1987

"Remarks on the Early History of Nea Paphos", Report of the Department of Antiquities of Cyprus (1987), Nicosia, 171-175

Hohlfelder R., 1995

"Ancient Paphos Beneath the Sea", in Karageorghis V.-Michaelides D., Proceedings of the International Symposium Cyprus and the Sea, University of Cyprus-Cyprus Ports Authority, Nicosia, 191-210

Leonard R. J., Hohlfelder R., 1993

"Paphos Harbour, Past and Present: the 1991-1992 Underwater Survey", Report of the Department of Antiquities of Cyprus (1993), Nicosia, 365-379

Leonard R. J., R. K. Dunn, R. L. Hohlfelder, 1998

"Geoarchaeological Investigations in Paphos Harbour, 1996", Report of the Department of Antiquities of Cyprus (1998), Nicosia, 141-157

Μαραγκού Α. Γ., 1997

Τα Λιμάνια της Κύπρου, Πολιτιστικό Κέντρο Λαϊκής Τράπεζας, Λευκωσία, 1997, 246-263

Raban A., 1995

"The Heritage of Ancient Harbour Engineering in Cyprus and the Levant" in Karageorgis V. – D. Michaelides (ed.), Proceedings of the International Symposium Cyprus and the Sea, Nicosia, 167-168

Νικολάου Κ., 1966

”Αρχαίοι Λιμένες εν Κύπρω”, Δελτίον Τμήματος Πολιτιστικής Αναπτύξεως Υπουργείου Παιδείας Κύπρου 6-7 (1966), Λευκωσία, 97