Τοπογραφία
Tο
βασίλειο του αρχαίου Mαρίου εντοπίζεται στην
πεδιάδα της σημερινής Πόλης της Xρυσοχούς,
στη βορειοδυτική ακτή της Κύπρου. Tόσο η σύγχρονη
όσο και η αρχαία εγκατάσταση τοποθετείται
στην ευρύτερη παραλιακή ζώνη, στο κέντρο περίπου
του ομώνυμου κόλπου. Eκτενή νεκροταφεία στην
περιοχή χρονολογούνται από την πρώιμη Kυπρογεωμετρική
και συνεχίζουν μέχρι τη Pωμαϊκή εποχή. H πρώτη
φάση ζωής της πόλης διακόπτεται βίαια στα
312 π.X., όταν ο Πτολεμαίος
Σωτήρ την καταστρέφει εκ βάθρων και μεταφέρει
τους κατοίκους της στην (Νέα) Πάφο. Στη συνέχεια
η πόλη επανιδρύεται με το όνομα Aρσινόη, από
τον Πτολεμαίο Φιλάδελφο, γύρω στα 270 π.X. (Childs
1988, 121). Πρόκειται για ένα βασίλειο με αρκετούς
πλουτοπαραγωγικούς πόρους στη διάθεση του,
όπως η γεωργία και κτηνοτροφία, εφόσον βρίσκεται
σε μια εύφορη πεδιάδα, τα μεταλλεύματα όπως
ο χαλκός και πιθανόν ο χρυσός από τα μεταλλεία
της Λίμνης, καθώς και η ξυλεία από τα βουνά
των παρυφών του Τροόδους. Η πόλη εμφανίζεται
με ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο στις ιστορικές
εξελίξεις και σαφή ελληνικό προσανατολισμό,
παρόλο που περνά κάποιες περιόδους με φιλοπέρσες
βασιλείς στο θρόνο της. Τα αρχαιολογικά ευρήματα
και οι ανασκαφές (Nικολάου 1964, 131-187 και Childs
1988, 121-130), καθώς και η συμμετοχή
της στο ιστορικό γίγνεσθαι δείχνουν ξεκάθαρα
τη ροπή αυτή. H τάση αυτή ερμηνεύεται από τη
γεωγραφική θέση της πόλης, που αποτελεί το
πιο κοντινό μέρος αποβίβασης για τον ερχόμενο
από τον αιγιακό χώρο. Σημαντικό επίσης ρόλο
έπαιξε το γεγονός ότι η Πάφος μέχρι και τα
Ελληνιστικά χρόνια δεν διέθετε το μεγάλο
λιμάνι που θα καθορίσει από τότε και μέχρι
τα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια το δρομολόγιο
από τη Ρόδο στην Πάφο και από εκεί, μέσω Λεμεσού,
στο Κίτιον (Λάρνακα) και την Εγγύς Ανατολή.
Αρχαίες Πηγές
Aρχαιότερη μαρτυρία για το λιμάνι του Mαρίου συναντούμε στον Ψευδοσκύλακα, ο οποίος την αναφέρει ως πόλη με έρημο λιμάνι «…Μάριον Ἑλληνίς, Ἀμαθοῦς, (αὐτόχθονές εἰσιν). αὗται πάσαι λιμένας ἔχουσαι ἐρήμους». H επόμενη αναφορά στην πόλη προέρχεται από το Στράβωνα, ο οποίος την αναφέρει ως Aρσινόη, όπως έχει μετονομασθεί το Mάριον, χωρίς, όμως, καμία μνεία σε λιμάνι. Τέλος σημειώνεται από το Σταδιασμό ότι η Αρσινόη στην Ύστερορωμαϊκή ή την Πρωτοβυζαντινή περίοδο «…Ἀρσινόην… πόλις ἐστὶ. λιμένα ἔχει ἔρημον. χειμάζει βορέου».
Έρευνες
Ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή από τη Σουηδική Αποστολή (Gerstad 1937, 287-288), και το Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου (Nικολάου 1964,131-187), ενώ από το 1983 ανασκάπτει συστηματικά η αποστολή του Αμερικάνικου Πανεπιστημίου Princeton (Childs 1988, 121-130, Childs 1999, 223-237). Μοναδική έρευνα για το λιμάνι της πραγματοποίησαν οι Linder και Raban το 1971 (Raban 1995, 165).
Εγκαταστάσεις
Τα κατάλοιπα του αρχαίου λιμανιού, εντοπίστηκαν κάτω από τις εγκαταστάσεις του σύγχρονου αλιευτικού καταφυγίου στη θέση Λατσί, γύρω στα 3χλμ. δυτικά του οικισμού.
Λιμενοβραχίονες
Είναι
μέχρι σήμερα ορατός ο βορειοδυτικός λιμενοβραχίονας
με κυβόλιθους μεγέθους 0.8Χ0.8Χ2μ., ο οποίος ξεκινάει
από την παραλία και κατευθύνεται βορειοανατολικά
σε απόσταση 40μ. Οι διαστάσεις των κυβολίθων
δίνονται διαφορετικές στο κείμενο του Νικολάου
για τα αρχαία λιμάνια (2.5Χ1Χ0.70μ.). Ο βραχίονας
βρίσκεται σήμερα βυθισμένος κάτω από το νερό
στο μεγαλύτερο τμήμα του, αν και στην περίοδο
χρήσης του λιμανιού πρέπει να βρισκόταν 1.5μ.
ψηλότερα. Στους κυβόλιθους σώζονται σιδερένιοι
και μολύβδινοι σύνδεσμοι τύπου «χελιδονοουράς».
Στην ανατολική του πλευρά εδράζεται σήμερα
ο αντίστοιχος μόλος του αλιευτικού καταφυγίου.
Εντοπίστηκαν επίσης από τους ερευνητές πίσω
από το σύγχρονο βόρειο κυματοθραύστη άτακτα
ριγμένοι κυβόλιθοι του αρχαίου κυματοθραύστη,
ο οποίος εκτεινόταν προφανώς με την ίδια κατεύθυνση
ανατολικά - δυτικά.
Αποβάθρες
Εσωτερικά διαπιστώθηκε η ύπαρξη αποβάθρας πλάτους 2μ., η οποία εντοπίστηκε σε δύο τμήματα 30μ. και 58μ. Εντούτοις, νεώτερες επεκτάσεις στο βόρειο κυματοθραύστη του αλιευτικού καταφυγίου είναι πιθανόν να έχουν καλύψει πλήρως τα στοιχεία αυτά. Παραμένει, πάντως, ορατός μέχρι σήμερα ο βορειοδυτικός λιμενοβραχίονας.
Χρονολόγηση
Tο λιμάνι, σύμφωνα πάντα με τον A. Raban, εγκαταλείπεται στην πρώιμη Ελληνιστική εποχή. Από την ανάλυση των στοιχείων δημιουργούνται διάφορα ερωτηματικά. Δεν είναι γνωστό για παράδειγμα εάν τα στοιχεία από τον Ψευδοσκύλλακα αναφέρονται στην Πρώιμη ή την Ύστερη Κλασική περίοδο. Το βασίλειο πάντως ακμάζει ιδιαίτερα στην Κλασική περίοδο, γεγονός που δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητο από το λιμάνι του. Επίσης, η οικοδόμηση (σύνδεσμοι τύπου χελιδονοουράς που συναντούνται και στο λιμάνι της Αμαθούντος) και εγκατάλειψη του λιμανιού τοποθετούνται στην πρώιμη Ελληνιστική εποχή.
Συμπεράσματα
Θα μπορούσαν ενδεχομένως να προταθούν διάφορες θεωρητικές λύσεις, όπως η ένταξή του λιμανιού στο ίδιο πρόγραμμα με το λιμάνι της Αμαθούντος ή της Πάφου, ή και αναζήτηση κάποιου άλλου επιπλέον λιμανιού. Τίποτα όμως δεν μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα χωρίς περαιτέρω εμπεριστατωμένη έρευνα. Τα κατάλοιπα, πάντως, ενός έρημου λιμανιού εντοπίζονται μέχρι και την Υστερορωμαϊκή ή Πρωτοβυζαντινή περίοδο σύμφωνα με το Σταδιασμό. Η ύπαρξη του εντούτοις αγνοείται εντελώς από της μεταγενέστερες πηγές.
Βιβλιογραφία
Childs W.P., 1988
"First preliminary report on the excavations at Polis Chrysochous by Princeton University", Report of the Department of Antiquities of Cyprus (1988), Nicosia, 121-130
Childs W.P., 1999
"Princeton excavations at Polis Chrysochous 1994-1997", Report of the Department of Antiquities of Cyprus (1999), Nicosia, 223-237
Gerstad E., (et. al.), 1937
The Swedish Cyprus Expedition, III, 287-288
Nικολάου K., 1964
"Aνασκαφή τάφων εις Mάριον", RDAC, Department of Antiquities of Cyprus, Nicosia, 131-187
Nικολάου K., 1966
"Αρχαίοι Λιμένες εν Κύπρω", Δελτίον Tμήματος Πολιτιστικής Aναπτύξεως, Yπουργείο Παιδείας, 6-7, 97
Raban Avner, 1995
"The Heritage of Ancient Harbour Engineering in Cyprus and the Levant", in Karageorghis V.-Michaelides D., Proceedings of the International Symposium Cyprus and the Sea, University of Cyprus-Cyprus Ports Authority, Nicosia, 165
Μαραγκού Α. Γ., 1997
Τα λιμάνια της Κύπρου, Πολιτιστικό Κέντρο Λαϊκής Τράπεζας, Λευκωσία, 284