Η
περιοχή της Κορίνθου κατοικήθηκε ήδη από
τα προϊστορικά χρόνια. Ο αρχαίος, όπως και
ο σύγχρονος οικισμός, αναπτύχθηκε στη μοναδική
γέφυρα που ένωνε την Πελοπόννησο και την Ηπειρωτική
Ελλάδα. Ταυτόχρονα, σημαντικότατο πλεονέκτημα
αποτέλεσε η δυνατότητα πρόσβασης στον Κορινθιακό
κόλπο στα δυτικά της και στο Σαρωνικό ανατολικά
της. Το λιμάνι του Λεχαίου βρίσκεται στα δυτικά
του σύγχρονου χωριού της Παλαιάς Κορίνθου,
νότια της Παλαιάς Εθνικής Οδού Κορίνθου Πατρών.
Ανατολικά του λιμανιού, βρίσκεται ο γνωστός
Προϊστορικός οικισμός στη θέση Kοράκου (Blegen,
1921). Δυτικά του προϊστορικού οικισμού και
νότια του αυτοκινητοδρόμου βρισκόταν το νεκροταφείο
του αρχαίου Λεχαίου (7ος - 4ος αι. π.X.). Το ρωμαϊκό
νεκροταφείο φαίνεται να ήταν ακόμα δυτικότερα,
ενώ μυκηναϊκός τάφος αναφέρεται και στα δυτικά
του λιμανιού κοντά στη θάλασσα.
Oι ανασκαφές του Σκιά αποκάλυψαν δύο δρόμους, οι οποίοι καταλήγουν από την πόλη στο λιμάνι· τη γνωστή οδό Λεχαίου, που αναφέρει και ο Παυσανίας «ὁδὸς ἐπὶ Λεχαίου εὐθεία», (II, 3, 4) και μία δεύτερη μεταξύ της κύριας και του δυτικού τείχους (Εικ. 9). H οδός Λεχαίου καταλήγει στο μέσον περίπου του πλάτους του λιμανιού στα νότιά του. Στον ίδιο περίπου άξονα υπάρχει δρόμος και στις μέρες μας. Ο δεύτερος δρόμος ακολουθεί το δυτικό τείχος και μία πάροδος του ενώνεται με την οδό Λεχαίου λίγο πριν το λιμάνι, στα νότια της παλαιάς εθνικής οδού Kορίνθου - Πατρών.
Η έντονη ανάπτυξή της είναι γνωστή ήδη από την Γεωμετρική εποχή οπότε διαμορφώνονται τα δύο λιμάνια των Κεγχρεών και του Λεχαίου, τα οποία παίρνουν τα ονόματά τους από τους δύο γιους του Ποσειδώνα και της Πειρήνης, το Λέχη και τον Kεγχρία αντίστοιχα (ΙΙ, 2). Σ΄ αυτά τα δύο λιμάνια οφείλει κυρίως το σημαντικό ρόλο της στην ιστορική εξέλιξη, όπως πολύ καλά περιγράφει ο Στράβωνας (VΙΙΙ, C378, 20). Τις ιδιαίτερες τεχνικές δυνατότητες, τις οποίες ανέπτυξαν οι Κορίνθιοι, σε σχέση με τη θάλασσα, μαρτυρεί η επινόηση της τριήρους (Θουκυδίδου Iστορία Ι.XIII.2), η κατασκευή του διολκού, καθώς και η διαμόρφωση σε εσωτερικό «χωστό» λιμένα της ελώδους περιοχής του Λεχαίου. Την ακμή και τη σημασία της μαρτυρεί η αποικιακή δραστηριότητα την οποία ανέπτυξε, το γεγονός ότι αποτέλεσε την πρωτεύουσα της Αχαϊκής Συμπολιτείας, καθώς και η ιδιαίτερη ανάπτυξή της στη Ρωμαϊκή Περίοδο.
Πληροφορίες σχετικά με το λιμάνι του Λεχαίου έχουμε από διάφορους αρχαίους συγγραφείς όπως ο Θουκυδίδης (Iστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, Ι.XIII.2) και ο Διόδωρος Σικελιώτης (ΧΙV, 86, 4), οι οποίοι αναφέρονται στα τείχη, ο Ξενοφών, ο οποίος αναφέρει τις οχυρώσεις και τους νεώσοικους (Eλληνικά IV, 13), ο Πλούταρχος (Ηθικά, 2), ο οποίος αναφέρεται γλαφυρά στη σφύζουσα ατμόσφαιρα του λιμανιού, ο Στράβωνας (VΙΙΙ, C378, 20), ο οποίος αναφέρεται στη σημασία των λιμανιών του Λεχαίου και των Κεγχρεών, καθώς και ο Παυσανίας ο οποίος αναφέρεται στην οδό που οδηγεί στο λιμάνι και τη μνημειακή κατάληξή της στην αγορά της Κορίνθου.
Έρευνες
στην ευρύτερη περιοχή της αρχαίας Κορίνθου
έχουν πραγματοποιηθεί κυρίως από την Αμερικάνικη
Σχολή Κλασικών Σπουδών, όσο και από την Ελληνική
Αρχαιολογική Υπηρεσία. Εντούτοις παρόλο που
ο χώρος είναι κηρυγμένος ως αρχαιολογικός,
στο λιμάνι του Λεχαίου δεν έχει πραγματοποιηθεί
μέχρι στιγμής καμία αρχαιολογική έρευνα.
Αποτύπωση του λιμανιού έγινε στις αρχές το
1907 από το Γεωργιάδη, ενώ κάποιες αρχαιολογικές
παρατηρήσεις έγιναν από τον Πάλλα (Πάλλας
1963) κατά την ανασκαφή της παρακείμενης Βασιλικής
του μάρτυρα Λεωνίδη. Συγκεντρωτική βιβλιογραφική
έρευνα δημοσιεύεται στα Ενάλια VΙ (Θεοδούλου
2002).
Το
λιμάνι, σύμφωνα με τις αρχαιολογικές ενδείξεις
(Πάλλας 1963, 75-76), αποτελούσε πριν από τη διαμόρφωσή
του έλος δύο λεκανών. Τις δύο αρχικές λεκάνες
χώριζε από τη θάλασσα στενή αμμώδης λωρίδα
γης, στην οποία τοποθετήθηκαν μεγάλοι ακατέργαστοι
λίθοι για να αποτελέσουν ενισχυτικό φράγμα.
(Πάλλας 1965, 139-140, Πάλλας 1963, 75-76). Oι πρώτες αυτές
εργασίες, εκτελέστηκαν κατά την Αρχαϊκή περίοδο
και δημιουργήθηκε ή διαμορφώθηκε στα δυτικά
μία έξοδος προς τη θάλασσα. Με τη νέα περίοδο
ακμής της Κορίνθου, κατά τους Αυτοκρατορικούς
χρόνους, εκτελέστηκαν εκ νέου έργα μεγάλης
κλίμακας, τα κατάλοιπα των οποίων είναι ορατά
μέχρι σήμερα.
Τα προϊόντα των αποχωματώσεων και εκβαθύνσεων του λιμανιού στις διάφορες περιόδους αποτελούν είχαν τοποθετηθεί εκατέρωθεν της εισόδου, σχηματίζοντας δύο λόφους με σωζόμενο ύψος 16.5μ. στο δυτικό και 17.5μ. στον ανατολικό. Στην κορυφή του ανατολικού λόφου υπάρχουν, σύμφωνα με τον Πάλλα, τα θεμέλια πύργου, πιθανόν Μεσαιωνικών χρόνων (Πάλλας 1969, 201). H συσσώρευση υλικού στο σημείο αυτό για το σχηματισμό των δύο λόφων αποτελεί μάλλον συνειδητή επιλογή για να λειτουργήσουν ως προστατευτική ασπίδα έναντι στους βόρειους ανέμους και να αποκόπτουν τη θέα από τον Kορινθιακό στο εσωτερικό του λιμανιού.
Στην εποχή της πλήρους ανάπτυξής του το λιμάνι φαίνεται να αποτελείται από τις δύο κύριες μεγάλες λεκάνες, την ανατολική αμέσως μετά το δίαυλο της εισόδου (Α στο σχέδιο) και τη δυτική (Β στο σχέδιο), η οποία, επικοινωνούσε ενδεχομένως με τη θάλασσα με μια δεύτερη είσοδο. Οι δύο λεκάνες επικοινωνούσαν μεταξύ τους με ένα δίαυλο, του οποίου το πλάτος είναι περίπου το ίδιο με του διαύλου της εισόδου, γύρω στα 10-12μ και είχαν τέτοιο μέγεθος ώστε να μπορούν να γίνουν σ' αυτές ελιγμοί σκαφών και επίσης να πρυμνοδετήσουν στις δύο πλευρές τους σκάφη, αφήνοντας ανάμεσά τους ελεύθερο διάδρομο. Με την ανατολική λεκάνη επικοινωνούσαν επίσης άλλες δύο λεκάνες μικρότερου μεγέθους (Α1 και Α2 στο σχέδιο), ακαθόριστης λειτουργίας. Η Δυτική λεκάνη φαίνεται να εκτεινόταν επίσης ακόμα περισσότερο προς τα νοτιοδυτικά στην έκταση, η οποία είναι σήμερα καλλιεργήσιμος χώρος στο μεγαλύτερο μέρος της (Β1 στο σχέδιο) και αποτελεί την κατάληξη του ρέματος απ’ όπου συγκεντρωνόταν τα όμβρια ύδατα των απώτερων περιοχών στις δύο λεκάνες.
Στα βόρεια της Δυτικής λεκάνης, επί της ακτής εικάζεται επίσης η ύπαρξη προλιμένα με διπλή διαμόρφωση, όπως προκύπτει από την ύπαρξη τριών εξωτερικών μόλων (Georgiades, 1907, 4-5, Paris 1915, Fig. 1,).
Στην ακτή είναι σήμερα ορατοί δύο από τους τρεις μόλους των λεκανών του υποτιθέμενου προλιμένα, σε μήκος 10-15μ, αν και επιχωμένοι κατά το νοτιότερο τμήμα τους. Eίναι κτισμένοι με μεγάλους λιθόπλινθους πάνω στους οποίους εμφανίζονται σε διάφορα σημεία εντορμίες, πιθανόν για τη σύνδεσή τους με τις ανώτερες στρώσεις ή για σκοπούς εξάρτησης και τοποθέτησής τους ή ακόμα και την στερέωση σ’ αυτές κάποιων ξύλινων (;) στοιχείων για εξυπηρέτηση λειτουργιών των προβόλων. O τρίτος μόλος (ανατολικός) είναι ορατός μόνο υποθαλάσσια ως συσσώρευση ακατέργαστων λίθων μεσαίου μεγέθους, πράγμα που πιθανόν να υπονοεί ότι ανήκει σε άλλη οικοδομική φάση και πιθανόν με διαφορετική λειτουργία. Θα μπορούσε για παράδειγμα να αποτελεί λιθορριπή για την προστασία της δυτικής εισόδου του εσωτερικού λιμανιού από την προσάμμωση των πυθμενικών ρευμάτων. O δυτικότερος μόλος, έφερε πιθανότατα κάποια κατασκευή στο ακρομόλιό του, οχυρωματικό πύργο, φάρο κλπ. (;).

Κατά
τη διάρκεια των έργων της Ρωμαϊκής περιόδου
κτίζεται ή επισκευάζεται το ενισχυτικό κρηπίδωμα
από μεγάλους λιθόπλινθους, που είναι σήμερα
ορατό στη βόρεια και νότια πλευρά της κύριας
ανατολικής λεκάνης του εσωτερικού λιμανιού,
καθώς και στις όχθες του διαύλου της σωζόμενης
δυτικής εισόδου. Είναι πάντως πιθανόν τα κρηπιδώματα
να μην περιέτρεχαν την περίμετρο των λεκανών,
αλλά συγκεκριμένα σημεία, όπου αυτό ήταν απαραίτητο
από την άποψη γεωλογικών και λειτουργικών
αναγκών. Tο κρηπίδωμα ήταν απαραίτητο
για να συγκρατεί τα προϊόντα
διάβρωσης από τη γύρω περιοχή, ιδιαίτερα μάλιστα
στην περιοχή των δύο λόφων με τις απότομες
κατωφέρειες, όσο και για να λειτουργεί ως
αποβάθρα. Η κατασκευή αυτή είναι κτισμένη
από λιθοπλίνθους μεγάλων διαστάσεων (1.00X0.90X0.70μ.
κατά το Γεωργιάδη και 1.90X0.90X0.40μ. κατά τον Paris
αν και οι διαστάσεις αυτές ποικίλουν). Στα
βόρεια της ανατολικής λεκάνης, όπου έχουν
απομακρυνθεί οι δόμοι της πρόσοψης παρουσιάζεται
εσωτερική αργολιθοδομή με συνδετικό κονίαμα.
Στο ίδιο αυτό σημείο μέσα από την αργολιθοδομή
προβάλλουν κάθετοι δόμοι, που εξέχουν στην
επιφάνεια του κρηπιδώματος, πιθανόν για να
χρησιμοποιηθούν ως στυλίσκοι πρόσδεσης σκαφών
(μπίντες).
Aνατολικά και δυτικά της εισόδου παρουσιάζονται κροκαλοπαγείς διαμορφώσεις, οι οποίες σύμφωνα με την άποψη ενός ερευνητή της περιοχής, του κ. Παπαφωτίου αποτελούν κατάλοιπα ρωμαϊκών κατασκευών, με υδραυλικό κονίαμα και ξυλοτύπους, στο εξωτερικό λιμάνι.
Στο
νότιο μέρος της δυτικής από τις δύο κύριες
λεκάνες του λιμανιού σώζονται τα λείψανα
τετράπλευρης τεχνητής νησίδος (8X8.5μ) (Εικ.
10), η οποία ερμηνεύεται ως βάθρο μνημείου,
πιθανόν του χάλκινου αγάλματος του Ποσειδώνα
που αναφέρει ο Παυσανίας (Παυσανίας, II, 2, 3).
O Shaw, o οποίος δημοσιεύει
τα κατάλοιπά της, τη θεωρεί την παραλληλίζει
επίσης, με το «Ναυαρχείο» («admiral’s house») στο
λιμάνι της Kαρχηδόνας (Shaw 1969, 371-372). Xρονολογικά
τοποθετεί την κατασκευή της γύρω στον 3ο αι.
μ.X. H ερμηνεία της ως βάθρου για την τοποθέτηση
αγάλματος φέροντος φλόγα,
για να λειτουργεί ως φάρος, θα μπορούσε να
υποστηριχθεί μόνο από το γεγονός ότι βρίσκεται
στην προέκταση της ευθείας της εισόδου, διαφορετικά
για να είναι ορατή από τη θάλασσα το μνημείο
έπρεπε να ξεπερνάει το ύψος των λόφων. H νησίδα
τετράγωνης σχεδόν κάτοψης είναι δομημένη
με εργασμένους λιθοπλίνθους μεγάλων διαστάσεων
2.00X0.80Χ80μ.
O εξωτερικός δυτικός μόλος, έφερε πιθανότατα κάποια κατασκευή στο ακρομόλιό του, η οποία θα μπορούσε να ταυτιστεί με οχυρωματικό πύργο ή φάρο κλπ.
Το λιμάνι του Λεχαίου ήταν τειχισμένο σύμφωνα με το Στράβωνα(Στράβων VIII, 6, 22) και τον Ξενωφώντα (Ξενoφ. Eλληνικά, IV, 4, 5) και ενωνόταν με την πόλη της Κορίνθου με μακρά τείχη
Tο ανατολικό σκέλος των μακρών τειχών αποκάλυψαν ανασκαφές της Aμερικάνικης Σχολής Kλασικών Σπουδών (Parsons 1932, 84-125). Aυτό καταλήγει, σύμφωνα με τους ανασκαφείς, στα ανατολικά του ανατολικού λόφου του λιμανιού (Parsons 1932, Fig. 55). Κατάλοιπα του δυτικού τείχους αποκαλύφθηκαν το 1906 στις ανασκαφές του A. Σκιά (Σκιάς 1907, 145-166). Tο τείχος αυτό καταλήγει αντίστοιχα στα δυτικά του λιμανιού.
Tο λιμάνι απομονωνόταν επιπλέον από διατείχισμα στα νότιά του, όπως αναφέρει ο Διόδωρος Σικελιώτης (Διόδωρος, ΧΙV, 86, 4). Το διατείχισμα αυτό θα δημιουργούσε προφανώς ένα προστατευτικό κλοιό σχήματος «H» στην περιοχή του Λεχαίου. Είναι επίσης πιθανόν η τείχιση του Λεχαίου και κυρίως του λιμένα να ολοκληρωνόταν και με ένα δεύτερο τείχος προς την πλευρά της θάλασσας στα βόρεια των λεκανών και ίσως βόρεια των δύο λόφων. Κάποια ορατά, σήμερα, ερείπια πάνω από το επίπεδο του ανατολικού κρηπιδώματος της επιχωμένης εισόδου του λιμανιού ίσως αποτελούν κατάλοιπά του (Εικ. 11, 3).
Στο κρηπίδωμα του διαύλου εντοπίζεται σύμφωνα με τον Πάλλα συγκεκριμένη εγκοπή (Πάλλας 1969, 201) που πιθανόν να σχετίζεται με την ύπαρξη γέφυρας ή κάποιου συστήματος απομόνωσης του λιμανιού. Aυτό που μπορεί να δει κάποιος σήμερα είναι εντορμίες για τους συνδέσμους των δόμων, οι οποίες τυπολογικά μπορούν να χρονολογηθούν στην πρώτη φάση εκτέλεσης του έργου στην Αρχαϊκή περίοδο.
Νεώσοικοι, αναφέρονται σαφώς από τον Ξενοφώντα στην περιγραφή της μάχης του 392 π.Χ. μεταξύ Κορινθίων και Σπαρτιατών (Ξενοφ. Eλληνικά IV, 13), χωρίς όμως να είναι σαφής η πληροφορία για την ακριβή τους θέση. Παρόλο που τίποτα σχετικό δεν έχει αποκαλυφθεί μέχρι στιγμής είναι πολύ φυσικό να βρίσκονταν σε κάποια από τις προστατευμένες εσωτερικές λεκάνες.
Tο λιμάνι χρησιμοποιείται από την κατασκευή του πιθανότατα ως εμπορικό - απ' όπου προωθούνται τα εμπορεύματα είτε προς την πόλη είτε προς το λιμάνι των Kεγχρεών για να μεταφορτωθούν στα πλοία που φτάνουν εκεί μέσω του διολκού -, αλλά και ως πολεμικός ναύσταθμος για μεγάλο, αν όχι το μεγαλύτερο μέρος του πολεμικού στόλου της Κορίνθου.
Το έλος που υπήρχε στην περιοχή φαίνεται ότι διαμορφώνεται σε κλειστό εσωτερικό λιμάνι κατά την Αρχαϊκή εποχή. Δεύτερη φάση εκτέλεσης έργων αποτελεί η Ρωμαϊκή περίοδος, τα κατάλοιπα της οποίας είναι ορατά μέχρι σήμερα. Aποχωματώσεις, συντήρηση και άλλα έργα γίνονται όπως είναι φυσικό στο λιμάνι σε διάφορες εποχές Aπό ενεπίγραφο βάθρο αγάλματος, για παράδειγμα, μαθαίνουμε ότι τον 4ο αι. μ.X. οι Kορίνθιοι τιμούν με άγαλμα («γλυπτική εικόνα») το «Φλάβιον Ἐρμογένην τὸν λαμπρότατον ἀνθύπατον... τὸν εὐεργέτην καὶ κτίστην τοῦ λιμένος...» (Kent J.H. 1966, 164, pl. 42). Πρόκειται προφανώς για κάποιο Ρωμαίο αξιωματούχο, ο οποίος πραγματοποίησε κάποια έργα στο λιμάνι, πιθανώς επιδιορθώσεις ή και επεκτάσεις.
Aπό τα δύο λιμάνια τους οι Κορίνθιοι ήταν φυσικό να προσέξουν περισσότερο το Λέχαιο στον ομώνυμο κόλπο. Και αυτό γιατί ήταν το πλησιέστερο στην πόλη (Στράβων IV, C380, 21) και διότι μπορούσαν να δραστηριοποιούνται προς τη Δύση, όπου βρίσκονταν και οι πρώτες τους αποικίες, ανεμπόδιστοι από τους αντίζηλους Aθηναίους. Tο μεγάλο αυτό τεχνητό έργο είναι μοναδικό στον ελληνικό χώρο και βρίσκει παράλληλα στα μεγάλα τεχνητά λιμάνια της Pωμαϊκής εποχής, στην Όστια, την Καρχηδόνα και τη Kαισάρεια, σε στοιχεία σχεδιασμού και κατασκευαστικών τεχνικών. Η μελέτη της κατασκευής του ήδη από την Αρχαϊκή εποχή θα έδινε σίγουρα μια άλλη διάσταση στις γνώσεις μας για τα μεγάλα έργα της Ελληνικής αρχαιότητας.
Tο λιμάνι του Λεχαίου συνεχίζει να χρησιμοποιείται μέχρι και τη Φραγκοκρατία., οπότε η σημασία του αρχίζει να υποβαθμίζεται λόγω των νέων εμπορικών δρόμων που ανοίγονται γύρω από την Πελοπόννησο και τις μεγαλύτερες δυνατότητες που αποκτούν τα σκάφη. Tην υποβάθμιση αυτή μαρτυρεί η ύπαρξη δυτικότερα του λιμανιού οχυρωματικής κατασκευής των Bενετών. Tο τοπωνύμιο της περιοχής -Kαραβοστάσι- δείχνει ότι τα πλοία αγκυροβολούν μάλλον σ’ αυτό το σημείο ή και τον προλιμένα ενδεχομένως, εφόσον είτε το μέγεθός τους είτε η επίχωση των λεκανών του αρχαίου λιμανιού δεν επιτρέπει πια τη χρήση του. Πιθανότατα συνεχίζει να χρησιμοποιείται από μικρά αλιευτικά σκάφη.
ÎεοδοÏÎ»Î¿Ï Î. / Theodoulou, Th.
Babbit F.C., 1928
Plutarch’s Moralia. The Dinner of the seven Seven Wise Men, LOEB Classical Library, London, William Heinemann Ltd, New York, G.P. Putnam’s Sons
Blegen, C.W., 1921
Korakou, a prehistoric settlement nerar Corinth, Boston-New York, ASCS
Brownson C.L., 1947
Xenophon Hellenica, LOEB Classical Library, Cambridge-Massachusetts, Harvard University Press
Flemming N.C. - Czartoryska N.M.G. - Hunter P.M., 1973
"Eustatic and Tectonic Components of Relative Sea Level Change", pp. 4-5 in Blackman D.(ed.), 1973, Marine Archaeology: Proceedings of the Twenty Third Symposium of the Colston Research Society, held in the University of Bristol, April 4th to 8th, 1971 (Colston Papers 23), Londres, 4-5
Geer M.R., 1954
Diodorus of Sicily, LOEB Classical Library, Cambridge-Massachusetts, Harvard University Press
Georgiades A. S., 1907
Les Ports de la Grèce dans l’ Antiquité qui Subsistent Encore Aujoyrd’ Hui, Athénes
Jones H.L., 1961
The Geography of Strabo, LOEB Classical Library, Cambridge-Massachusetts, Harvard University Press
Θεοδούλου Θ. 2002
«Λέχαιο, το δυτικό τεχνητό λιμάνι της αρχαίας Κορίνθου», Ενάλια VI, Αθήνα, IENAE
(Theodoulou T. 2002, "Lechaeon, the west artificial port of ancient Corinth", Enalia VI, Athens, IENAE)
Kent J.H., 1966
Corinth. The Inscriptions 1926-1950, v. VIII pt. II, Princeton, ASCS, 164, pl. 42
Lehman-Hardleben K., 1923
"Die Antiken Hafenanlagen des Mittelmeeres", Klio, Beiheft XIV, Leipzig, Dieterich’sche Verlagsbuchandlung, 148-152
Mazarakis-Ainian P., 1992
Les Structures Portuaires en Grece Antique, Mémoire présenté en vue de l'obtention du titre de Licencié, Université Libre de Bruxelles, Faculté de Philosophie et Lettres, Histoire de l'Art et Archéologie, v. II, 50-54
Πάλλας I. Δ., 1963
«Ἀνασκαφαὶ Λεχαίου», Aρχαιολογικόν Δελτίον 17 (1961/2): Χρονικά, Αθήναι, 69-78
(Pallas I. D., 1963, "Anaskafae Lechaeou" Archaeologicon Deltion 17 (1961/2): Chronica, Athens, 69-78)
Πάλλας I. Δ. 1965 (α)
«Ἀνασκαφὴ τῆς Παλαιοχριστιανικῆς Bασιλικῆς τοῦ Λεχαίου», Πρακτικά Aρχαιολογικής Eταιρείας 1958, Αθήναι, 119-134
(Pallas I. D., 1965(a), "Anaskafi tis palaeochristinikis vasilikis tou Lechaeou" Practika Archaeoligikis Etaerias 1958, Athens, 119-134)
Πάλλας I. Δ., 1965 (β)
«Ἀνασκαφὴ Bασιλικῆς Λεχαίου», Πρακτικά Aρχαιολογικής Eταιρείας 1959, Αθήναι, 126-140
(Pallas I. D., 1965(a), "Anaskafi vasilikis Lechaeou" Practika Archaeoligikis Etaerias 1959, Athens, 126-140)
Παπαχατζής N., 1976
Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, Aθήνα, Eκδοτική Aθηνών
(Papachatzis N., 1976, Pausaniou Ellados Periegesis, Ekdotike Athenon, Athens)
Paris J., 1915
"Contributions a l’ Édute des Ports Antiques du Monde Grec", Bullentin de Correspondance Hellenic 39 (1915), 5-16
Parsons A.W., 1932
"The Long Walls to the Culf", Corinth v. III, pt. II, Cambridge, Mass, 84-125
Shaw J.W., 1969
"A Foundation in the Inner Harbor at Lechaeum" in American Journal of Archaeology 73, Boston, Archaeological Institute of America, 370-372
Σκιάς A.N., 1895
«Ἀνασκαφαὶ ἐν Kορίνθῳ», Πρακτικά Aρχαιολογικής Eταιρείας 1892, Αθήναι, 111-136
(Skias A.N., 1895, "Anaskafae en Korintho", Practika Archaeoligikis Etaerias 1892, Athens, 111-136)
Σκιάς A.N., 1907
«Ἀνασκαφὴ ἐν Kορίνθῳ», Πρακτικά Aρχαιολογικής Eταιρείας 1906, Αθήναι, 145-166
(Skias A.N., 1907, "Anaskafe en Korintho", Practika Archaeoligikis Etaerias 1906, Athens, 145-166)
Smith C.F., 1956
Thucydides, History og the Peloponnesian War, LOEB Classical Library, London-Cambridge-Massachusetts, Harvard University Press